Γιάννης Καλούσης

Μουσικοί και μουσικές οικογένειες της Καλλιπεύκης

Ξεκινάμε απ’ αυτό το φύλλο, να κάνουμε ειδικά αφιερώματα στις μουσικές οικογένειες και στους μουσικούς της Καλλιπεύκης.
Σίγουρα, η μουσική μορφή που ξεχώρισε και διακρίθηκε στο πανελλήνιο, είναι ο μεγάλος Καλλιπευκιώτης τραγουδιστής Γιάννης Καλούσης.
Ο Γιάννης Καλούσης έγινε γνωστός από τους δίσκους που ηχογράφησε και από την επαφή που είχαμε μαζί του τόσα χρόνια. Τον αγαπήσαμε όλοι μας και ιδιαίτερα οι Σαρακατσάνοι. Ολόκληρες γενιές χόρεψαν και τραγούδησαν μαζί του.
Αν και βρίσκεται στα 72 του χρόνια, παρ, όλα αυτά συνεχίζει να τραγουδάει και να ψυχαγωγεί τον κόσμο.
Στη δύση της καριέρας του, θελήσαμε να του κάνουμε αυτό το αφιέρωμα γιατί νομίζουμε, ότι οι άνθρωποι που πρόσφεραν και προσφέρουν πρέπει να τιμώνται στη ζωή, και να αναγνωρίζεται η αξία τους.

Ο Γιάννης Καλούσης είναι ένα από τα εννιά παιδιά του Αθανάσιου Καλούση, που σκοτώθηκε στον εμφύλιο, και της Κατερίνας Γκουρμπαλή. Στην οικογένεια τραγουδούσε η μάνα, η Παρασκευούλα, η Κατίνα, ο μακαρίτης Τάκης και φυσικά ο Γιάννης που προχώρησε και επαγγελματικά. Επίσης, εγγόνι του είναι και ο Θανάσης Καλούσης του Αστερίου που είναι και αυτός υπηρέτης του δημοτικού τραγουδιού και διατηρεί σήμερα δισκάδικο στη Λάρισα. Άλλος Καλούσης που ασχολήθηκε λίγο με τη μουσική είναι ο Ιωάννης Καλούσης του Αλεξάνδρου που ζει σήμερα στην Αθήνα.
Απ’ όλη αυτή τη μεγάλη μουσική οικογένεια των Καλουσαίων, ξεχώρισαν ο Γιάννης και ο ανιψιός του Θανάσης που όπως είπαμε ασχολήθηκαν και επαγγελματικά.
Τιμώντας λοιπόν σε τούτο το φύλλο το Γιάννη Καλούση, ας τον αφήσουμε να μας διηγηθεί ο ίδιος την πορεία του στο δημοτικό τραγούδι. Πως ξεκίνησε, που και πως έφτασε, και που βρίσκεται.
“Γεννήθηκα το 1928 στην Καλλιπεύκη και είμαι σήμερα 71 ετών. Φύγαμε από την Καλλιπεύκη το 1948 με όλα τα αδέρφια μου. Γονείς δεν υπήρχαν. Εγώ πήγα κατευθείαν στη Λάρισα και έμαθα την τέχνη του φανοποιού. Εδώ στους Γόννους ήρθα το 1950. Στη Λάρισα είχα μαζί μου και το βιολί μου. Μ’ έφερε στους Γόννους ο αδερφός της μάνας μου ο Γιώργος Γκουρμπαλής. Εδώ δούλεψα ως φανοποιός κάνα δυο χρόνια και μετά πήγα στρατιώτης. Γύρω στα 1954 τον Απρίλη. Όταν ήρθα εδώ άρχισα να τραγουδάω κιόλας.
Από δέκα χρόνων έπιασα βιολί. Εκεί στο σχολείο έβλεπα στον τοίχο σε μια φωτογραφία ένα βιολί και ήταν αδύνατο ν’ ακούσω τι έλεγε ο δάσκαλος. Το μάτι μου ήταν στο βιολί είχα πολύ μεράκι. Το πρώτο μου βιολί το έφτιαξα μόνος μου από κόντρα πλακέ. Δεν μπορούσα όμως να φτιάξω το δοξάρι. Ούτε τρίχες μπορούσα να βρω. Ο πατέρας μου μ’ έπιασε να κόβω τρίχες από ουρά του αλόγου και μ’ έδειρε. Τελικά έκανε πίσω κι αυτός και ήθελε να με στείλει στο μακαρίτη το Μήτρο τον Τσολάκη για να μάθω βιολί. Συμφωνήσαμε να τον δώσουμε απέλες γιατί ήθελε και να πάω 15-20 μέρες να μάθω. Όμως όλα αυτά δεν έγιναν γιατί ήταν εμφύλιος. Είχαν πάρει τον πατέρα μου στον Όλυμπο και τον σκότωσαν μαζί με άλλους Καλλιπευκιώτες.

Τότε φύγαμε από το χωριό και ήρθαμε στους Γόννους. Δεν πρόλαβα να καθίσω 15-20 μέρες και με πήραν οι αντάρτες από τον Γκουρμπαλή το σπίτι μαζί με άλλα πολλά παιδιά και μας ξαναπήγαν στην Καλλιπεύκη.

Στην οικογένειά μου τραγουδούσε πολύ καλά η μάνα μου. Την έλεγαν Κατερίνα. Ήταν καναρίνι. Τις προάλλες με βρήκε στο χωριό ο θείος σου ο Τούλης Κατσιούλας και μου είπε: “Α, βρε Γιάνν’, τι μάνα είχες εσύ! πώς να μη βγεις τραγουδιστής!”.

Ο αδερφός μου ο Τάκης, τραγουδούσε και αυτός πολύ καλά, Θεός σχωρέστον. Του είχα πει να πάμε στην Αθήνα να “χτυπήσουμε” ένα δίσκο μαζί, αλλά τότε δεν μπορούσε να έρθει και δεν έγινε τίποτε. Ακόμα τραγουδάει η αδερφή μου η Τσιβούλα και η αδερφή μου η Κατίνα.

Όταν απολύθηκα από φαντάρος, ήρθα ξανά στους Γόννους στο θείο μου τον Γκουρμπαλή. Στο σπίτι του Γκουρμπαλή έμεινα άλλα 6-7 χρόνια μέχρι που παντρεύτηκα το 1957 με τη Νίτσα Καραναστάση.

Γύρω στα 1955 άρχισα να δουλεύω με το βιολί. Μ’ έπαιρναν σε γάμους και πανηγύρια. Περίπου εκείνη τη χρονιά πήγα να παίξω με τον Ηλία Πινακά από τη Σκοτίνα στην Κρανιά, πάνω από τον Πυργετό που είναι. Την επόμενη μέρα ήρθε στην Κρανιά ο μεγάλος κλαρινίστας Βάιος Μαλιάρας από τον Πυργετό. Ήρθε στο καφενείο που τραγουδούσα και μ’ άκουσε. Μετά με φώναξε και είπε:

-Από πού είσαι βρε παλικάρι;

-Είμαι από την Καλλιπεύκη και μένω στους Γόννους, τον είπα

-Το απόγευμα όταν ανεβείς να τραγουδήσεις δυο τραγούδια, ξανάπε.

Τον είπα ότι θα τραγουδήσω. Ήταν τότε 7 Νοεμβρίου των Αγίων Ταξιαρχών. Το απόγευμα ήρθε ο μπαρμπα-Βάιος και μου είπε να τραγουδήσω τον “Πλάτανο” και τα “Νιάτα”, αν θυμάμαι καλά. Μόλις τελείωσα πήγα τον βρήκα και μου είπε να πάω μαζί του στην Αθήνα, γιατί είχε κλείσει στούντιο για να “χτυπήσει” (ηχογραφήσει) ένα δισκάκι. Στην Κολούμπια θα πηγαίναμε. Δεν υπήρχε τότε άλλη εταιρία. Τον απάντησα ότι θα το σκεφτώ, αλλά εγώ το είχα ήδη αποφασίσει για να πάω. Πήρα το βιολί μου και συναντηθήκαμε στα Τέμπη, περίπου στις 18 Νοεμβρίου 1955,56 ή 57 δεν θυμάμαι καλά. Πήγαμε στην Αθήνα και χτυπήσαμε το δίσκο.

Από τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφήσαμε ήταν η Περιστερούλα. «Κάηκα απ’ το κουρκούτη”, «Τέτοια Κοπέλα γύρευα στη ζωή” και άλλα.

Εκεί στο στούντιο μίλησα με τον διευθυντή και του είπα ότι έχω ένα τραγούδι παλιό από τη γιαγιά μου και αν μπορούσαμε να το “χτυπήσουμε”. Την πρώτη φορά δεν μου έδωσε απάντηση. Κατόπιν όμως με φώναξε μέσα από την Κονσόλα για να πω το τραγούδι. Ήταν η “Παναγιωτούλα” ή αλλιώς “Παίρνει ο Μάρτης δώδεκα” Το κάνα-με δυο τρεις πρόχειρες πρόβες και το ηχογραφήσαμε.

Έτσι άρχισε η καριέρα μου. Κυκλοφόρησε ο δίσκος κι έγινα παντού γνωστός.

Μετά έμπλεξα με τον μπαρμπα-Βάιο τον Μαριάρα ο οποίος δεν έπαιζε καινούργια τραγούδια ούτε ήθελε στην ορχήστρα ακορντεόν και αρμόνιο. Ήθελε να παίζει αυτός κλαρίνο, εγώ βιολί και ο αδερφός του ο Φώτης λαγούτο. Δεν ήθελε άλλα όργανα.

Παίζαμε συνήθως σκέτα, χωρίς μεγάφωνα. Όταν τον λέγαμε να πάρει ηχεία, αυτός έλεγε: “αυτά τα τενεκέδια τί τα θέλω; δεν σε βγάζουν καθαρό και σωστό!” Ήταν καθαρά παραδοσιακός, αλλά έπαιζε όργανο καλό.
Κάποια χρόνια βγήκαμε να παίζουμε στην Καλλιπεύκη, στο πανηγύρι. Εκεί έπαιζαν και άλλα όργανα, στην πλατεία. Όταν ο Μαλιάρας έπαιξε ένα καλαματιανό, τότε όλοι έστρεψαν τα βλέμματα στον μπαρμπα-Βάιο.
Ήταν καταπληκτικός, αλλά προκοπή δεν έκανε. Γιατί, δεν το γνωρίζω. Ήταν δικό του θέμα. Πάντως όσοι έπαιξαν με το Βάιο πρόκοψαν, αυτός δεν ξέρω γιατί και πέθανε στην ψάθα. Ίσως να νόμιζε, ότι πάντα θα είναι ο πρώτος, αλλά τα χρόνια περνούσαν.
Δούλεψα ακόμα και με τον Μανόλη Παπαγεωργίου. Ο καθένας από τους δύο έπαιζε σε διαφορετικό στυλ. Ήξεραν όμως και οι δυο να χορεύουν το χορευτή.
Ήταν αυτοδίδακτοι και οι δυο τους. Αγαπούσαν τη δουλειά τους. Αν δεν αγαπάς μια δουλειά μην επιχειρείς να την κάνεις κιόλας.
Μετά την “Παναγιωτούλα” ηχογράφησε και άλλα τραγούδια με τον Μαλιάρα “Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι”, “Πουλιά μου διαβατάρικα”, “Καραγκούνα” κλπ. Ηχογραφήσαμε επίσης τον “Αριστείδη” και στον “Άμμο ρύζι έσπερνα”. Αυτά είναι δικά μας, καλλιπευκιώτικα τραγούδια.
Αυτά τα τραγούδια καθώς και άλλα, μου τα είπαν η Αγγελίτσα Γκουντουβά και η Μετάξω Καραμπατή.
Κατόπιν έμπλεξα και με δυο Φαρσαλινούς οργανοπαίχτες. Τον Δημήτρη Καρακώστα που έπαιζε κλαρίνο και τον Βάιο Καλαβριώτη που έπαιζε αρμόνιο. Έτσι άρχισα να τραγουδώ στην περιοχή των Φαρσάλων τα σαρακατσάνικα τραγούδια. Μέχρι το 1980 περίπου δεν υπήρχαν Σαρακατσαναίοι τραγουδιστές.
Οι Σαρακατσάνοι μ’ αγαπούσαν πολύ και πέρασα πολύ καλά μαζί τους. Όταν άκουγαν την “Παναγιωτούλα” γινόταν χαμός. Στους Σαρακατσάνους παίζαμε και με τον Μαλιάρα. Αυτός είχε το πλεονέκτημα να κοιτάζει το χορευτή στα πόδια κι έτσι τους χορεύαμε πολύ καλά. Πήρα κι εγώ τα πατήματα του Μαλιάρα.
Στο πανηγύρι της Καλλιπεύκης πήγαινα κάθε χρόνο για 40-45 χρόνια. Το πανηγύρι αυτό ήταν πολύ κουραστικό. Παίζαμε όλη την ημέρα έξω στην πλατεία στο γενικό χορό και μετά ξενυχτούσαμε μέσα στα καφενεία ως το πρωί. Πολλή δουλειά θυμάμαι μια χρονιά που παίζαμε στην πλατεία όλη μέρα και ο Βάιος Καλαβριώτης έπαιζε ακορντεόν.
Από την πολλή κούραση είχε πρηστεί ολόκληρος. Χρήματα παίρναμε αρκετά, αλλά ήταν κουραστικό.
Πρωτόπαιξα σε ορχήστρα, με κλαρίνο του Αγγελή Καρακώστα. Μετά έπαιξα με τον μπαρμπα-Βάιο, του Δημήτρη Καρακώστα. Έπαιξα και με τον Κώστα Ριζούλη από τους Γόννους. Ακόμα και με τον Παύλο Τσιούγκο από το χωριό μας, αλλά λίγο. Τραγούδησα για αρκετά χρόνια μαζί και με τον ανιψιό μου Θανάση Καλούση τις δεκαετίες 1970 και 1980.
Δεν έχω ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιο τραγούδι. Όλα μου αρέσουν. Εκείνο όμως που με σήκωσε ήταν η “Παναγιωτούλα” καθαρά Καλλιπευκιώτικο τραγούδι.
Τα χρόνια εκείνα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν μπορούσε κανένας καλλιτέχνης να ηχογραφήσει τραγούδι άλλον τραγουδιστή που ήταν σε δίσκο. Ενώ τώρα άλλαξαν τα πράγματα.
Η καρδιά μου πονάει στην Καλλιπεύκη όσα χρόνια και να πέρασαν. Μόλις ανηφορίζω αλλάζουν τα πνευμόνια μου. Βλέπω τους παλιούς μου φίλους και χαίρομαι. Βέβαια πολλοί απ’ αυτούς βρίσκονται στο εξωτερικό και μερικοί πέθαναν, όπως ο Γιώργος ο Γκουντουβάς, ο Νίκος Λαμπίρης, Χρίστος ο Μούγκρας, ο Πανάρας, ο Τάκης, ο Τάσος Τσιρέβελος και άλλοι.
Πολύ αγαπητός μου φίλος είναι ο Κώστας ο Καζάνας, ο οποίος μένει στη Λάρισα.
Στο σχολείο είχαμε έναν δάσκαλο που λεγόταν Λαφαζάνης. Αυτός είχε ένα βιολί και έπαιζε. Έμενε στο σπίτι του Θεοδοσίου. Ο Κώστας ο Καζάνας, πολύ καλός φίλος και αυτός, βρίσκεται τώρα στον Καναδά έκαναν σκαμνάκια και ανέβαινα στο παράθυρο του σχολείου και έπαιρνα το βιολί του δασκάλου. Είχα περιέργεια μεγάλη να το πιάσω στα χέρια μου και λαχταρούσα να το δω πως είναι! Όταν το έπιασα στο χέρι μου όμως να γίνω ένας καλός βιολιστής γιατί με τράβηξε το τραγούδι.
Όλοι οι Καλλιπευκιώτες καλλιτέχνες είναι καλοί. Όμως σήμερα στην περιοχή της Λάρισας δεν ξεχωρίζει ιδιαίτερα κάποια φωνή στο δημοτικό τραγούδι.
Τα τραγούδια τα τραγουδάω όπως τα άκουσα. Έχω ηχογραφήσει γύρω στους 35 μεγάλους δίσκους και αρκετούς μικρούς. Παραπάνω από 70 δίσκους πρέπει να έχω ηχογραφήσει.
Όταν τραγουδάω κοιτάζω το χορευτή στα πόδια. Αυτό το πήρα από τον μπαρμπα-Βάιο . Προσπαθώ να βάλω το χορευτή στο βήμα. Ένας καλός όμως χορευτής βοηθάει πολύ την ορχήστρα.
Στην καριέρα μου πέρασα πολύ καλές στιγμές. Αλλά εκείνη που θα τη θυμάμαι για πάντα είναι στην Ξάνθη. Εκεί πήγα να τραγουδήσω καλεσμένος από τους Σαρακατσάνους. Θυμάμαι μου έδωσαν Παραγγελία τη “Γριά Τζαβέλαινα”. Όλοι τότε άρχισαν να χειροκροτούν και με στόλισαν με γαρίφαλα. Είχα συγκινηθεί πάρα πολύ, έτρεμα ολόκληρος. Αυτό θα μου μείνει αξέχαστο.
Οι Μακεδόνες είναι λεβέντες. Πήγα σε πολλούς αρραβώνες στο Κιλκίς, Πολύκαστρο, Καβάλα, Κομοτηνή και που δεν πήγα! Δεν άφησα μέρος στη Μακεδονία που μην πήγα. Ακόμα πήγα και στον Καναδά. Με κάλεσαν να πάω στην Αυστραλία και Αμερική, αλλά δεν πήγα.
Τη χειρότερη στιγμή της καριέρας μου την πέρασα σ’ ένα χωριό του Αλμυρού, τον Πλάτανο. Εκεί το είχανε “φτιάξει” για τα καλά όλοι. Άλλος ήθελε να του παίξουμε το Γοργοπόταμο, άλλος το Σούρλα και άλλος το Γρίβα. Προσπάθησα να αποφύγω αυτές τις παραγγελίες, αλλά αυτοί τσακώθηκαν μεταξύ τους.
Ήταν του Αγίου Αθανασίου 18 Ιανουαρίου. Έξω είχε ένα μέτρο χιόνι. Το μαγαζί το είχαν κάνει αγνώριστο. Ένας μάλιστα μπήκε μέσα με ένα αγροτικό φορτηγάκι. Και κάπου που εκεί υπήρχε ένα παραθυράκι. Από εκεί τρυπώσαμε και βγήκαμε έξω. Πήγαμε στο αυτοκίνητο και δεν άνοιγαν οι πόρτες από το κρύο.
Ζεστάναμε με την ανάσα μας την κλειδαριά και άνοιξε Φορτώσαμε τα όργανα πάνω στην αναμπουμπούλα και φύγαμε και ακόμα φεύγουμε… Όταν ήρθε η αστυνομία από τον Αλμυρό γίνονταν χαμός. Σπασμένα τραπέζια και καρέκλες, χτυπημένοι άνθρωποι, μη χειρότερα. Αυτό ήταν το πιο δυσάρεστο περιστατικό.
Όταν είχα πάει στην Αθήνα για πρώτη φορά, πήγαμε στο καφενείο μουσικών. Εκεί βρήκαμε τον γνωστό Παπασιδέρη Γιώργο. Ο Παπασιδέρης είχε το χρυσό δίσκο στο δημοτικό τραγούδι. Μόλις μπήκαμε μέσα στο καφενείο, φώναξε από πέρα τον μπαρμπα-Βάιο το Μαλλιάρα. Τον ρώτησε πως και πέρασε από εκεί. Ο μπαρμπα-Βάιος του είπε ότι πήγαμε να ηχογραφήσουμε ένα δίσκο. Μας κέρασε καφέ ο Παπασιδέρης και μου είπε να καθίσω δίπλα του. Τότε μου είπε να τραγουδήσω ένα στιχάκι από τα “Μάγια”. Άρχισα να τραγουδάω και ευχαριστήθηκε πολύ. Ήμουν τότε 25-27 χρόνων. “Έχεις ωραία φωνή” μου είπε, αλλά “σαν επαγγελματίας που θα γίνεις, να προσέξεις πολύ την καρέκλα που θα καθίσεις, να προσπαθήσεις με κάθε τρόπο να τη δώσεις τη βαρύτητα που χρειάζεται. Διαφορετικά δεν θα κάνεις τίποτε, στην καριέρα σου”.
Αυτά τα λόγια του Παπασιδέρη φώλιασαν στο μυαλό μου. Και πραγματικά δεν έδωσα σε κανέναν δικαίωμα να με πει κουβέντα. Καθόμουν στην καρέκλα μέχρι τα χαράματα. Εννιά η ώρα το πρωί και να χορεύουν όλοι πάνω στα τραπέζια. Αλλά και αν πήγαινα πουθενά και δεν έμενα ικανοποιημένος πάλι ευχαριστούσα τους ανθρώπους, γιατί έπρεπε η πόρτα να είναι ανοιχτή. Άλλη φορά δε σε ειδοποιούσαν να πας σε αρραβώνες και γάμους θυμάμαι όλες εκείνες τις ωραίες στιγμές, με τους σαρακατσάνους ιδιαίτερα και συγκινούμαι. Για το μέλλον δεν κάνω καμία σκέψη. Ακόμα πηγαίνω και τραγουδάω όπου με καλούν. Σημασία έχει ότι πέρασα καλά και μ’ αρέσει το τραγούδι πάρα πολύ”.

Τη συνέντευξη πήρε ο Ζήσης Κατσούλας το Σάββατο 12/9/1999 – Γόννοι

Σημείωση: Μπάρμπα-Γιάννη για ότι πρόσφερες στο δημοτικό τραγούδι και σ’ εμάς σ’ ευχαριστούμε. Σου ευχόμαστε οικογενειακή και προσωπική ευτυχία.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ