Οι πρώτοι μετανάστες στη Γερμανία

Οι πρώτοι Καλλιπευκιώτες που πήγαν μετανάστες στη Γερμανία ήταν ο Δημήτρης Παπαδημητρίου το Ζαφείρη και ο Μπουρονίκος Χρήστος του Αστερίου το έτος 1959». Ο Χρήστος σήμε­ρα βρίσκεται στον Καναδά. Όπου ζει με την οικογένεια του. Ο Δημήτριος ζει και αυτός οικογενειακά στη Λετττοκαρυά, όπου πριν μερικά χρόνια είχε εστιατόριο με το γαμπρό του Γιάννη Πατούλα.

Το μαγαζί του έγραψε ιστορία όσο το λειτουργούσαν αυτοί και όλοι οι Καλλιπευκιώτες περνούσαμε από εκεί για έναν καφέ και για την ωραία ατμόσφαιρα. Τα χρόνια όμως πέρασαν. Οι καιροί άλλαξαν, ο καλαμπουρτζής μπάρμπα – Γιάννης μας άφησε και ο Μήτσος της Ηράκλειας, όπως τον ξέρουμε οι περισσότεροι, είναι συνταξιούχος. Το μαγαζί το έδωσαν σε κάποιον άλλον να το δουλεύει, ενώ ο ίδιος ασχολείται με ενοικιαζόμενα δωμάτια. Κάπου – κάπου περνούμε από εκεί και τα λέμε.

014 G 015 G

Αύγουστος 1961 στο «Μερκέζι”

Τις περασμένες Αποκριές πάλι ανταμώσαμε και αυτή τη φορά τα είπαμε για τα καλά. Μας ά­νοιξε την καρδιά του και μας μίλησε με νοσταλγία και περηφάνια για τα περασμένα, αλλά κυρίως για τα χρόνια που ήταν μετανάστης. Μας τα εξιστόρησε όλα από την αρχή και ας παρακολουθήσουμε τα όσα μας είπε. Πραγματικά έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.

 

«Προτού να μεταναστεύσω, γύρισα όλα τα βουνά και άφησα τα ρούχα μου στα έλατα μαζεύοντας οξό από τα έλατα. Φτώχεια μεγάλη, αλλά και όρεξη για ζωή. Το χωριό δε με κρατούσε και α­ποφάσισα να ξενιτευτώ. Ήμουν ο πρώτος μετανάστης στη Δυτική Γερμανία. Πήγα σαν τουρίστας με παπούτσια αλβανικά, παντελόνι Μάλτας και για βαλίτσα χρησιμοποίησα ένα τσουβάλι από λινάτσα που έβγαζε κάργα! Και όλα αυτά λόγω έλλειψης χρημάτων. Αγαπητοί πατριώτες Καλλιπευκιώτες, μετανάστες σε όλα τα μέρη της γης, ο καθένας σας έχετε τη δική σας περιπέτεια όπως κι εγώ. Και σήμερα αποφάσισα να σας γράψω την περιπέτεια μου σαν τουρίστας με τον τροβά για τη Γερμανία στις 13 Δεκεμβρίου 1959. Ξεκινήσαμε με μια σύσταση που είχαμε από δύο αδέρφια του Δημ. Γερομιχαλού από την Άνω Σκοτίνα. Ήταν Οκτώβριος μήνας και είχε μια μέρα όλο ομίχλη, δεν έβλεπες το δάκτυλο σου.

016 G senden

Σουηδία 1961: Όρθιοι: Δούκας (δεύτεροσ) Β. Παπαδημητριου Δ.(τρίτος), καθιστοί: Καρατόλιος Γ. Παπαδημητρίου Γ. Δούκας Γ.

017 G oloi

Αυστρία

Ξεκινήσαμε με το Χρήστο το Μπουρονίκο, τον ξάδερφο μου και πήγαμε στο Νεράκι στα σύ­νορα Καλλιπεύκης – Σκοτίνας, μέσα στο δάσος για να βρούμε το Γερομιχαλό. Φωνάζαμε μέσα στο αχανές δάσος να μας ακούσει. Και θυμάται τι λέγαμε τότε με το Χρήστο: «Αυτή η αντάρα θα φέρει μια μέρα με ήλιο και ξαστεριά», και όπως έφερε, καλές μέρες στη ζωή μας και στο μέλλον μας.

Τέλος πάντων, βρήκαμε το Γερομιχαλό, πήραμε τη σύσταση και ετοιμαζόμαστε τέσσερα παι­διά για να φύγουμε. Εγώ, ο Χρή­στος, ο Ζήσης Καστόρης του Κανάκη και ο μακαρίτης ξάδερφος μου Κώστας Παπαδημητρίου ή Γιαννούλας.

Ξεκινήσαμε να πάμε στη Ραψάνη να βγάλουμε φωτογραφίες για τα διαβατήρια. Φωτογράφος ήταν ο γνωστός Γιαννούλας, αλλά αυτός είχε πάει στην Αιγάνη όπου γινόταν πανηγύρι. Πήγαμε τότε ποδαρόδρομο ως την Αιγάνη. Εκεί βγάλαμε φωτογραφίες και γυρίσαμε στο χωριό. Εκεί όμως, μετάνιωσαν ο Ζήσης και ο Κώστας και μείναμε ο Χρήστος και εγώ. Ειλικρινά, αγανακτισμένος, απελπισμένος, άφραγκος και ψύχραιμος, είπα η φτώχεια δεν υποφέρεται άλλο. Και τότε λέγω στο Χρήστο: Ή με ακολουθείς ή φεύγω μόνος μου. Τελικά, με ακολούθησε και κατεβήκαμε στη Λάρισα να βγάλουμε διαβατήρια. Εκεί παρουσιάστηκαν άλλα εμπόδια. Η Νομαρχία δεν ήθελε να μας βγάλει χαρτιά, διότι έδιναν μόνο για σπουδές, αλλά τελικά τα καταφέραμε και μας έδωσαν τα διαβατήρια μετά από δύο εβδομάδες.

Χρήματα δεν υπήρχαν και όσο να ετοιμαστούν τα χαρτιά καθόμασταν στη Λάρισα και τρώ­γαμε μια φορά την ημέρα, μόνο μεσημέρι, σε ένα εστιατόριο που το έλεγαν «Μοράνο», αν θυμάμαι καλά. Τα βράδια κοιμόμασταν στο Αλκαζάρ και επειδή ο Χρήστος κάπνιζε πάρα πολύ, τον μάζευα γόπες για να καπνίσει. Ευτυχώς εγώ δεν κάπνιζα.

Πήγαμε πάλι στο χωριό για να ετοιμάσουμε, αλλά χρήματα δεν υπήρχαν. Τότε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, πήρε προκαταβολή από το γαλατά το Ζαρογιαννη 3.000 δρχ., που ήταν ακριβώς 100 δολάρια Αμερικής. Αυτά έπρεπε να τα φυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού προκειμένου να περάσουμε από τα σύνορα Αυστρίας – Γερμανίας. Είχαμε κάτι ψιλά να κινηθούμε κατά το ταξίδι κινήσαμε από Καλλιπεύκη για Λεπτοκαρυά με τα πόδια, αλλά εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ο Χρήστος που ήταν ράφτης στο επάγγελμα και μεγαλύτερος μου, επειδή ντρεπόταν, δε θέλει να πάρει καθόλου το τσουβάλι – λινάτσα, τη βαλίτσα μας όπου είχαμε τα μάλλινα ρούχα. Τότε εγώ σαν μικρότερος, αναγκάστηκα να το κουβαλήσω από την Καλλιπεύκη ως τη Σκοτίνα και τη Λεπτοκαρυά. Από εκεί θα παίρναμε το τρένο για τη Θεσσαλονίκη. Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη και πήγαμε να βγάλουμε εισιτήριο. Εκεί μας είπαν ότι πρέπει να βγάλουμε και βίζα από το προξενείο της Γιουγκοσλαβίας. Ήταν θυμάμαι, ημέρα Παρασκευή και οι Γιουγκοσλάβοι είχαν εθνική γιορτή. Δε δούλευαν και τη βίζα θα την παίρναμε τη Δευτέρα. Πάλι δυσκολίες, στενοχώρια.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, ο Χρήστος θέλει τσιγάρα πάλι και δε θέλει να φάμε μια μακαρονά­δα να σταθεί λίγο η ψυχή μας. Τον παίρνω, λοιπόν, να ψάξουμε για γόπες περπατώντας όλη τη νύχτα μέσα στους δρόμους. Εκεί που δεν ξέραμε κατά πού πέφτει η Θεσσαλονίκη, τη μάθαμε απ’ έξω. Εκεί στη Θεσσαλονίκη πρωτοφορέσαμε γραβάτα κάτω από μια λάμπα πεζοδρομίου. Έπρεπε να φοράμε γραβάτα γιατί στα διαβατήρια μάς είχανε δηλώσει τουρίστες και όχι εργάτες.

018 G germanos 019 G auto

Ο γαμπρός και τα μπρατίμια – Αύγουστος 61 το πρώτο αυτοκίνητο στην Καλλιπεύκη

Τη Δευτέρα το βράδυ, 13 Δεκεμβρίου 1959, μπαίνουμε στο τρένο για τη Γερμανία. Στην τσέπη δεν υπάρχει ούτε δραχμή, εκτός από τα 100 δολάρια, τα οποία τα είχαμε για να περάσουμε τα σύνορα Αυστρίας – Γερμανίας. Εδώ όμως ήταν να κλαις και να γελάς. Γραβάτα ο Μήτσιος, γραβάτα και ο Χρήστος χωρίς δραχμή στην τσέπη. Συνάμα να είναι και τουρίστες! Και το τσουβάλι στην αγκαλιά να μην το χάσουμε. Αλλά, πώς θα μοιάζαμε τουρίστες χωρίς τσουβάλι; Και Μάλτα παντελόνι και αλβανικά παπούτσια; Οι μεγάλοι τα γνώριζαν αυτά και στους νέους φαίνονται παράξενα. Η Ελλάδα δεν ήταν πάντα όπως σήμερα.

Αυτά είναι τα απίστευτα και όμως αληθινά. Ο Χρήστος που βρίσκεται στον Καναδά, όταν πάρει την εφημερίδα θα του σηκωθούν οι τρίχες της κεφαλής του, γιατί τον γυρίζω πολλά χρόνια πίσω. Τελικά ταξιδέψαμε όλη νύχτα, φτάσαμε στα σύνορα της Αυστρίας, έγινε ο έλεγχος των διαβατηρίων και των 100 δολαρίων. Εμείς περάσαμε από όλα, αλλά όσοι δεν είχαν τα 100 δολάρια, τους γύρισαν στην Ελ­λάδα.

Τα στομάχια μας τώρα ήταν άδεια και χτυπούσαμε στα λαγγόνια. Ένας νεαρός Θεσσαλονικιός, Ντάρος λεγόταν, ήταν στο ίδιο κουπέ με μας. Πήγαμε στο Μόναχο. Εκεί σπούδαζε ο αδερφός του γιατρός και του πήγαινε τρία καρβέλια ψωμί χωριάτικο, ώρα του καλή τού ανθρώπου, μας κατάλαβε που πεινούσαμε και έκοψε από ένα καρβέλι και μας έδωσε. Βολευτήκαμε πρόχειρα και καμιά φορά φτάνουμε στο σταθμό του Μονάχου. Από εκεί θα πηγαίναμε με άλλο τρένο 10 χλμ. μακριά. Η πόλη λεγόταν Νιου Ουλμ. Και τώρα, άντε να βρεις ποιο τρένο και ποια γραμμή πρέπει να πάρουμε, με γλώσσα καθόλου, το τσουβάλι στον ώμο και άντε να τα βγάλεις πέρα με τόσο κόσμο αγράμματοι άνθρωποι! Η γραβάτα χτυπούσε στα στήθια μας σαν τα καλοκαιρινά κουδούνια στα κουρεμένα πρόβατα. Και από πάνω να είμα­στε ταπί και ψύχραιμοι. Τελικά βρήκαμε το τρένο και καμιά φορά φτάσαμε στο περιβόητο Ουλμ.

Από το σταθμό πήραμε ταξί για να μας πάει στην πόλη που δούλευε ο φίλος μας ο Γερομιχαλός από τη Σκοτίνα. Για κακή μας τύχη πάλι, ο φίλος μας είχε φύγει από αυτή τη δουλειά και είχε πάει σε ένα χωριό 20 χλμ. έξω από την πόλη. Μας έστειλαν τότε στο Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας για να μας πουν πού δουλεύει και πού μένει. Εκεί, πράγματι μας εξυπηρέτησαν ευγενκά. Ίσως συγκινήθηκαν οι άν­θρωποι σε τέτοια κατάσταση που μας είδαν, με γραβάτες από τη μια και το τσουβάλι από την άλλη. Για να πάμε στο χωριό Σέντεν που έμεινε ο φίλος μας έπρεπε να βρούμε το πρακτορείο των λεωφορείων. Το χωριό ήταν 5 χλμ. μακριά. Πήραμε το λεωφορείο και εμείς στεκόμασταν μπροστά στην πόρτα και δείχναμε τη σύσταση μήπως και προσπεράσουμε το χωριό και χαθούμε πάλι. Ώρα της καλή μια ευγενική Γερμανίδα, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι η σύσταση αυτή ήταν στη γειτονιά της.

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, χιόνι κάργα και η θερμοκρασία κάτω από το μηδέν. Αλλά πάλι εί­χαμε ατυχία. Ο φίλος μας μόλις είχε φύγει, γιατί ήταν νυχτερινός. Όλα αυτά μας έδωσε να κα­ταλάβουμε η σπιτονοικοκυρά του, μια ψυχρή και άπονη γυναίκα. Δε συγκινήθηκε ούτε από το τσουβάλι που κουβαλούσαμε. Όμως ξέχασα να σας πω ότι το τσουβάλι Καλλιπεύκη – Γερμανία το είχα χρεωθεί εγώ με «εκατόν οχτώ». Ο Χρήστος μου έλεγε, αν δε θέλεις να το κουβα­λήσεις, πέτα το, εγώ δεν το παίρνω. Και έτσι τα χάλια του τσουβαλιού ήταν όλα δικά μου.

Ήταν αργά νύχτα και απένα­ντι από το σπίτι ήταν ένα δασάκι από έλατα. Εκεί τη βγάλαμε όλη τη νύχτα μέχρι να ξημερώσει και να έρθει ο φίλος μας από τη δουλειά, τον οποίο δεν τον γνωρίζαμε φατσικώς. Τέλος πάντων, είπαμε από πού είμαστε και ότι οι δικοί μας γνώριζαν τον αδελφό του που ήταν μαζί τσοπάνοι στη Δουριανή. Εδώ είχαμε και λίγο τύχη. Ο φίλος μας, μας πήγε σε ένα άλλο εργοστάσιο ξυλουργικό και μας έβαλε στη δουλειά. Ήμασταν πολύ εργατικοί και μας έδωσαν ένα δωμάτιο μέσα στο εργοστάσιο, όπου ήρθε μετά και ο φίλος μας και μέναμε μαζί. Ηταν παραμονές Χριστουγέννων και οι Γερμανοί ψώνιζαν χριστουγεννιάτικα. Βγήκαμε και εμείς στην αγορά. Άλλοι μας κοιτούσαν άγρια, γιατί είχαν χάσει και από εμάς τον πόλεμο και άλλοι μας πλησίαζαν. Πληρωθήκαμε τα πρώτα 65 μάρκα για μια εβδομάδα. Το ένα μάρκο ήταν τότε 7,50 δρχ. Αρχίσαμε με το Χρήστο τις οικονομίες και όταν γράφαμε στους δικούς μας στο χωριό, γράφαμε από μία κόλλα και τις βάζαμε στον ίδιο φάκελο.

020 G gamos
Ο γάμος του Δ. Παπαδημητρίου στη Λεπτοκαρυά

Πέρασαν τα Χριστούγεννα, αλλά κανένας Γερμανός δε μας έκανε πρόταση να γιορτάσουμε μαζί. Ένας Γερμανός, αλλά Σέρβος στην καταγωγή, ελαφρύ να είναι το χώμα που τον σκέπασε, είχε πάει στη Γερμανία μετά τον πόλεμο και παντρεύτηκε μια Γερμανίδα με την οποία απέκτησαν 4 αγόρια και 3 κορίτσια.

Τα 6 ήταν παντρεμένα. Με αυτόν δουλεύαμε μαζί και το σπίτι του ήταν ένα χιλιόμετρο μακριά. Αυτός την παραμονή των Χριστουγέννων μας είπε ότι θα έρθει να μας πάρει για να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα. Πράγματι, την πρώτη μέρα μας πήρε και φάγαμε μαζί. Αυτός ήξερε τι θα πει μετανάστης. Είχε δικά του κοτόπουλα και περάσαμε πολύ καλύτερα από τα Καλλιπευκιώτικα Χριστούγεννα, γιατί τα περνούσαμε στις Καρυές, βόσκοντας τα γίδια. Ξέχασα να αναφέρω ό­τι μόλις πήραμε τα πρώτα χρήματα, βγήκαμε για ψώνια και πήγαμε σε ένα μεγάλο σφαγείο ό­που έσφαζαν ένα άλογο που το είχαν σκοτώσει με πιστόλι. Το αίμα οι Γερμανοί το μάζεψαν, γιατί το έβαζαν στα σαλάμια. Από τότε ο Χρήστος δεν ξανάφαγε σαλάμι, ούτε άλλα κρέατα. Ε­δώ τελειώνει η ιστορία για το 1959 και μπαίνουμε στο νέο χρόνο.

Εδώ τώρα αρχίζει το Καλλιπευκιώτικο κουτσομπολιό. Ρω­τούσαν οι χωριανοί τους γονείς μας και τους συγγενείς να μάθουν τι κάνουμε και αυτοί απαντούσαν πως είμαστε καλά, ότι πιάσαμε δουλειά και ότι όλα είναι μια χαρά. Τότε μερικοί χωριανοί άρχισαν να σχολιάζουν και έλεγαν ότι χαθήκαμε στη Γιουγκοσλαβία και ότι δεν έχουμε εισιτήρια για να γυρίσουμε.

Στο μεταξύ στη Γερμανία είχε κάθε Σάββατο χορούς με ορχήστρες. Εμείς, παιδιά, τότε, με ροδοκόκκινα μάγουλα από το πεύκο, ντυθήκαμε καλά, περιποιηθήκαμε και πήγαμε στο χορό. Οι Γερμανίδες μάλωναν ποια να μας πρωτοπορεί για να χορέψει με μας. Μας πήγαν στα μπαρ, μέθυσαν μαζί μας και βγάλαμε «πονηρές» φωτογραφίες. Μια μέρα θυμήθηκα μια ιστορία με το Στέργιο τον Κατσιαούνη και τον Πούλιο τον Τσιούγκο. Ο Πούλιος είχε πει κάποτε στο μακαρίτη τον Ανδρέα Μιχαντά. «Μαγαζί έ­χεις εσύ, Ανδρέα; Επιτρέπεται να μην έχει δύο «κορίτσια” μέσα στο μαγαζί;». Τότε σκέφτηκα ότι, αφού λένε κουτσομπολιά στο χωριό, θα τους κάνουμε κι εμείς «αντίποινα». Στείλαμε στον Αν­δρέα αυτές τις φωτογραφίες και αυτός τις έβαλε στο καφενείο για να βλέπουν οι παππούδες.

Εκεί καταλάβαμε πώς ζουν οι άνθρωποι και τελικά πήραμε την απόφαση να μείνουμε εκεί, να κάνουμε λίγα χρήματα, να καλοζήσουμε και αργότερα να γυρίσουμε στην πατρίδα. Αφού πέ­ρασε λίγος χρόνος, είπα στο Χρήστο, που ούτε το τσουβάλι κουβαλούσε ούτε μαγείρευε, ότι πρέπει να παντρευτούμε, να πάρουμε δυο κορίτσια από τον τόπο μας για να προκόψουμε. Ζητήσαμε διαμέσου των συγγενών μας, κορίτσια από το χωριό, αλ­λά η απάντηση ήταν αρνητική και περιφρονητική. Νόμισαν ότι αλητέψαμε και πέσαμε απότομα στην εξέλιξη. Δεν …είδατε τις φωτογραφίες που έστειλαν έλεγαν.

Βρισκόμαστε στο τέλος του 1960 και έρχεται στη Γερμανία ο αδερφός μου ο Γιάννης, μικρό παιδί με κοντά παντελόνια και ο ξάδελφος μου ο Βαγγέλης ο Δούκας. Έπιασαν μαζί μας δουλειά. Μετά από δύο – τρεις μήνες παίρνουν τη σύσταση μας ο Αντώνης Κατσιούλας, ο Απόστολος Γκουντουβάς του Βασίλη και ο Γιώργος Καρατόλιος του Ιωάννη και έρχονται και αυτοί στη Γερμανία. Μένουν μαζί μας, εί­μαστε στο ίδιο εργοστάσιο και οι Καλλιπευκιώτες γίναμε έξι άτομα. Μετά από λίγο καιρό έρχο­νται άλλα τρία άτομα από τους Γόννους. Ο Γιώργος Τσιούρβας, ο Σωτήρης Χατζής και ο κουμπάρος μου Γιάννης Γιαννάκης ή Μπουτιός και έτσι γίναμε 9 άτομα. Δουλεύαμε και διασκεδάζαμε όλοι μαζί, αγαπημένοι και ενωμένοι. Μέσα σ’ αυτό το χρόνο ήρθαν και άλλοι από Καλλιπεύκη και Σκοτίνα. Μάθαμε λίγα γερμανικά και μπορούσαμε να επικοινωνούμε. Εγώ πολλές φορές έκανα το διερμηνέα και εξυπηρετούσα στη δουλειά και στο Δη­μαρχείο όταν με φώναζαν γιατί άρχισαν να έρχονται πολλοί Έλληνες και έπρεπε να γραφούν στα Δημοτολόγια.

Κάποτε αποφάσισε να έρθει και ο αείμνηστος γαμπρός και α­δερφός μου, ο Γιάννης Πατούλιας ή Γιάννης, έτσι τον ήξεραν οι μεγάλοι. Ήρθε μαζί με την αδελφή μου τη Μαρία και μαζί αντιμετωπίσαμε πολλές καταστάσεις. Με τα ατελείωτα καλα­μπούρια του ξεχνούσαμε τα βάσανε της ξενιτιάς. Σιγά – σιγά κάναμε σχέσεις με Γερμανούς και μας καλούσαν για καφέ. Βγαίναμε μαζί έξω και διασκεδάζαμε. Πολλούς από αυτούς τους φιλοξενήσαμε στην Ελλά­δα, στη Λεπτοκαρυά, για να ανταποδώσουν την καλοσύνη που μας έδειξαν. Πέρασαν από τότε περίπου 44 χρόνια και ακόμη διατηρούμε σχέσεις, αλληλογραφούμε και τηλεφωνούμαστε. Έχουν να λένε ακόμη για μας, το ίδιο και εμείς.

Αυτά μένουν στη ζωή, όπως λέει και ένα τραγούδι «Όλα περνούν και χάνονται σαν τα λου­λούδια του Απρίλη και στη ζωή μας μένουν μόνο οι καλοί μας φίλοι «Ήμασταν αγαπημένοι Έλληνες και Γερμανοί. Εμείς δείξαμε άψογη διαγωγή γι’ αυτό και είμαι περήφανος που είμαι από την Καλλιπεύκη. Διότι οι Καλλιπευκιώτες όπου και αν βρισκόμαστε εντός και εκτός Ελλάδας, είμα­στε το παράδειγμα και προπαντός γλεντζέδες, φιλόξενοι και κοινωνικοί.

Το έτος 1961 αρχίσαμε πλέον να διασκορπίζουμε σε διάφορες δουλειές. Εγώ παίρνω απόφαση και έρχομαι στην Ελλάδα με άδεια για να παντρευτώ. Παίρνω γυναίκα από τη Λεπτοκαρυά και μέσα σ’ ένα χρόνο αρραβωνιάζομαι, παντρεύομαι και βγάζω χαρτιά για τη γυναίκα μου. Όταν ήρθα, ήρθα με δυο Γερμανούς

δασκάλους τον Ούβερ και το Γιόζεφ, τους φιλοξένησα στην Καλλιπεύκη και πήγαμε στον Όλυμπο με τα πόδια. Έμειναν πολύ ευχαριστημένοι. Τότε έφερα και μια ξυριστική μηχανή στον αστυνόμο Ρεντίνα Αναστάσιο, κατόπιν παραγγελίας, αλλά όταν το έμαθε ο τότε γραμματέας Μασούρας Αστ., δεν με εξυπηρετούσε για να βγάλω τα χαρτιά της γυναίκας μου. Αλλά τέλος καλό, όλα καλά. Όταν φτάσαμε με τους Γερμανούς στο χωριό, οι περισσότεροι δρόμοι ήταν αδιάβατοι και για να περάσει το αυ­τοκίνητο, ρίχναμε ξύλα μπλάνες ώσπου να φτάσουμε στο σπίτι μου. Το βράδυ βγήκαμε στο κα­φενείο του Μιχαντά και παρόλο που ήταν τέλος Αυγούστου και ο κόσμος είχε ακόμη αλώνια, το καφενείο γέμισε από χωριανούς για να δουν τους Γερμανούς. Μαζί μας καθόταν ο αστυνόμος και οι Γερμανοί φοβήθηκαν γιατί τους κοιτούσαν με περιέργεια. Τους εξήγησα ότι είναι οι πρώτοι Γερμανοί που έρχονται μετά τον πόλεμο και ο αστυνόμος μου είπε να τους πω να μη φοβούνται, διότι εδώ έχουμε ελεύθερη Ελλάδα. Και μετά από τις εξηγήσεις αυτές οι Γερμανοί πήραν θάρρος.

Το 1961 φύγαμε από αυτή την πόλη με ένα φίλο μου από τη Σκοτίνα, το Μήτσιο Πλεξίδα, και πήγαμε βόρεια στο Λιούμπεκ, 800 χιλιόμετρα από το Ουλμ και 60 από το Αμβούργο, το μεγαλύ­τερο λιμάνι της Γερμανίας. Αλλά και εδώ είχαμε μεγάλη ατυχία. Πέσαμε σε τυφώνα. Είχε πολύ αέρα, πολύ βροχή φούσκωσε η θάλασσα και έκανε μεγάλες καταστροφές σε λιμάνια και εργοστάσια. Δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Ρεύμα δεν υπήρχε και οι σταθμοί, λιμάνια, αεροδρόμια κλπ., ήταν με λαμπάδες. Ξενοδοχεία δεν υπήρχαν γιατί τα ξεσκέπασε ο αέρας και οι άνθρωποι απαγορευόταν να κυκλοφορούν. Τη βγάλαμε δυο μερόνυχτα στο σιδηροδρομικό σταθμό με τη γυναίκα μου. Και μετά από τέτοιο κακό, πού να βρεις δουλειά; Τελικά, μετά από δύο μέρες, πιάσαμε δουλειά σ’ ένα μεγάλο εργοστάσιο όπου δούλευαν 30.000 εργάτες σε τρεις βάρδιες. Από τις τριάντα χιλιάδες, οι είκοσι εννιά χιλιάδες ήταν γυναίκες και μόνο 1.000 άνδρες, μηχανι­κοί, διευθυντές και λίγοι εργάτες, όπως εμείς. Από την πρώτη κιόλας μέρα εργασίας μας όρμη­σαν οι Γερμανίδες να μας φάνε, γιατί ήταν όλες χήρες από τον πόλεμο. Οι γυναίκες μας φοβή­θηκαν μη μας χάσουν και μας το είπαν καθαρά: «Ή πάμε στην παλιά πόλη ή γυρίζουμε στην Ελλά­δα». Ο φίλος μου που ήταν λίγο του «γλυκού νερού», μου είπε να διώξουμε τις γυναίκες στην Ελ­λάδα για να έχουμε «άσυλο». Εγώ διαφώνησα και πήγα να ψάξω δουλειά σε άλλο εργοστάσιο. Πήρα τη γυναίκα μου και πιάσα­με δουλειά σε εργοστάσιο που έφτιαχνε κονσέρβες, διότι είχε θάλασσα. Είχε επίσης εκεί εργοστάσιο αυτοκινήτων και βαμβακουργίας. Σ’ αυτό το χωριό είχαμε συμπληρώσει με τη γυναί­κα μου 6 μήνες και 6 μήνες είχα­με να μιλήσουμε ελληνικά, γιατί δεν βγήκαμε καθόλου έξω. Το χωριό λεγόταν Σχλούτοπ και απείχε από την Ανατολική Γερμα­νία 100 μέτρα. Εκεί ήταν η τελευταία στάση του λεωφορείου και μετά από 6 μήνες το πήρα για να πάω στην πόλη. Στην πόλη βρήκα ένα συμμαθητή μου από τους Γόννους. Ήταν ο Στέλιος Παζιάνας. Στην Κατοχή η οικογένεια μου και οι συγγενείς μας οι Μπουρνικάδες, μέναμε στους Γόννους και με το Στέλιο πηγαίναμε μαζί σχολείο και παίζαμε μπάλα στ’ αλώνια. Ήταν σε μικρότερη τάξη και τον φωνάζαμε ο Τσιλής ο Μαύρος ή ο Τσιλής της Αρχόντως. Τον κοιτάζω, λοιπόν, καλά στη στάση και τον φωνάζω: «Τσιλή Μαύρε, Τσιλή της Αρχόντως». Αυτός μόνο που δεν έπεσε κάτω από τον αιφνιδιασμό που του έκανα. Δε με γνώρισε αλλά κατόπιν του θύμισα τα παλιά και θυμήθηκε. Τον ρώτησα πώς βρέθηκε στη Γερμανία και μου είπε ότι σπούδαζε, αλλά έμπλεξε με μια Γερμανία και τα παράτησε. Αργότερα έμαθα ότι παντρεύτηκε. Εδώ αφού τακτοποιήθηκα από σπίτι και δουλειά, έφερα από την προηγούμενη πόλη το γαμπρό μου Γιάννη Πατούλια, την αδελφή μου Μαρία, τον αδελφό μου Γιάννη και το μακαρίτη πρώτο ξάδελφο μου Νίκο Μπουρονίκο, αδελφό τού Χρήστου. Κατόπιν έφερα από την Ελλάδα την αδελφή μου Βαγγελή. Μετά από ένα χρόνο περίπου, γέμισε και αυτό το χωριό από Καλλιπευκιώτες πάλι. Ήρθε ο Αντώνης Απ. Κατσιούλας, ο Γιάννης Μασούρας στο εργο­στάσιο αυτοκινήτων με σύμβαση.

Ήρθαν επίσης με σύμβαση τα αδέλφια Κώστας, Πέτρος και Δημήτριος Παπαστεργίου (Κόλιας), ο Κώστας Κανελλιάς της Νάσαινας της Μπανούσαινας. Τα γράφω με τα παρατσούκλια για να καταλαβαίνουν όσοι διαβάζουν. Κι εμείς έχουμε το ψευδώνυμο Καλαμητρώνης ή Γιαννούλας, ενώ λεγόμαστε Παπαδημητρίου.

Η θητεία μας στη Γερμανία κράτησε 7 χρόνια. Δουλεύαμε 16 ώρες την ημέρα, Σάββατα, Κυριακές, Χριστούγεννα και Πασχαλιά. Εργαζόμασταν υπερωρίες γιατί είχε πολύ δουλειά, οι Γερμανοί όμως εργάζονταν μόνο 8 ώρες. Κάναμε καλά μεροκάματα και το αφεντικό μας είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Εμείς ανοίγαμε και κλείναμε το εργοστάσιο, εμείς ήμασταν «αφεντικά». Όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε στη Λεπτοκαρυά, το αφεντικό στεναχωρήθηκε πολύ και μας είπε, αν καθίσουμε, θα μας βοηθήσει να βγάλουμε νταλίκα για να κάνουμε μεταφορές τα προϊόντα τα δικά του. Μας είπε και τούτο: «Καλά κάνετε και φεύγετε στην πατρίδα σας, γιατί κι εκεί θα προκόψετε, διότι είστε εργατικοί». Εγώ δούλευα στην κουζίνα και έφτιαχνα πάνω από 50 είδη κονσέρβας. Και όταν ερχόταν υγειονομικός έλεγχος, πάντα μας έδιναν συγχαρητήρια.

Το 1966 ανοίγουμε μια νέα σελίδα. Γυρίζουμε στην Ελλάδα, στη Λεπτοκαρυά και ανοίγουμε πρατήριο βενζίνης και εστιατόριο. Το μαγαζί που αγοράσαμε ήταν παρατημένο. Πελάτες δεν είχε καθόλου. Πρώτα ήρθα εγώ με τη γυναίκα μου και μαζί με την αγορά, παραλάβαμε και πολλά προβλήματα. Κατόπιν ήρθε και ο γαμπρός μου ο Γιάννης με την αδελφή μου και γίναμε τρεις οικογένειες μαζί με τους παππούδες.

Εδώ αρχίζουν πάλι τα δύσκολα. Δε βγάζαμε από το μαγαζί ούτε για φαγητό. Αποφασίζω τό­τε να φύγω μετανάστης για τον Καναδά. Γράφω στο εργοστάσιο στη Γερμανία και μου στέλνει έ­να δίπλωμα μάγειρα. Αφού πήρα το δίπλωμα είπα στον εαυτό μου ότι δεν το κουνάω από εδώ και θα δείξουμε όλοι τι αξίζουμε. Εμείς έχουμε γονίδιο Καλλιπευκιώτικο, καταγόμαστε από περήφανο χωριό και δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω. Και πραγματικά, χωρίς να έχουμε ιδέα από μαγειρική, εστιατόρια και βενζινάδικα, μέσα σε δύο χρόνια σταθήκαμε στα πόδια μας, ορθώσαμε το μαγαζί με τον τρόπο μας, και κάναμε να μας αγαπήσουν και αυτοί που δεν ήθελαν να μας δουν, γιατί έλεγαν ότι τους πήραμε το «μάτι» του χωριού, δηλ. το καλύτερο μαγαζί.

Μέσα σε λίγα χρόνια κατορθώσαμε να μην προλαβαίνουμε για να φάμε από την πολύ και καθαρή δουλειά που κάναμε. Με τον αείμνηστο Γιάννη, φάγαμε σαράντα χρόνια γλυκό ψωμί. Είχαμέ ένα ταμείο, ένα έξοδο. Παραπάνω από μισή ζωή ήμασταν αλυσίδα. Δεθήκαμε σαν μια οι­κογένεια γι’ αυτό και προκόψαμε.

Όλη αυτή την ιστορία, τη χαρίζω σε όλους τους αγαπημέ­νους και άξιους Καλλιπευκιώτες, γιατί είναι ικανοί και το έ­δειξαν με το θάρρος τους και την παλικαριά τους. Εγώ σήμερα ζω στη Λεπτοκαρυά, και μετά από όλα αυτά που σας διηγήθηκα, είμαι με τέσσερα μπάι-μπας και ο αείμνηστος αδερφός Γιάννης Πατουλιάς, έφυγε από τη ζωή. Μας κόστισαν όλα αυτά με τη ζωή μας. Μετά την επέκταση της Εθνικής Οδού και το φράξιμο που μας έκαναν, η ζημιά στην επιχείρηση μας (εστιατόριο, ξε­νοδοχείο, βενζινάδικο), ανέρχεται στο 90%. Αλλά και πάλι λέμε «Δόξα το Θεό», αγαπητοί συ­μπατριώτες. Όπου φτάνει η «Ωραία Καλλιπεύκη» η εφημερίδα του Συλλόγου μας, διαβάστε και τη δική μας ιστορία.

Υστερόγραφο:

Στο τέλος αφήσαμε δύο αστείες ιστορίες, που μας διηγή­θηκε πάλι ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Ας τις απολαύσουμε:

Α. Κάποτε ήμασταν με το γαμπρό μου στη Γερμανία στο Λιούμπεκ, είχαμε αφήσει μούσια και γένια για ένα διάστημα. Αφού μεγάλωσαν τα γένια μας αρκετά, πήγαμε με το Γιάννη σε ένα εργοστάσιο όπου εργάζονταν και έμειναν πολλοί Έλληνες. Εκεί σταθήκαμε σαν αδιόριστοι παπάδες και περνούσαν πολλές γυναίκες για να μας δουν και να πάρουν την ευχή μας. Γονάτιζαν και μας φιλούσαν τα χέρια. Ο καλαμπουρτζής ο Γιάννης, κάθε φορά που του φιλούσαν το χέρι, έλεγε: «Την ευχή μου να έχετε τέκνα μου». Εμείς δεν μπορούσαμε να συγκρατηθούμε από τα γέλια.

Β. Περίπου το φθινόπωρο του 1990 είχαμε πάει εκδρομή με λε­ωφορείο από τη Λεπτοκαρυά στη Βουλγαρία για τρεις μέρες. Την πρώτη βραδιά κοιμηθήκαμε στο ξενοδοχείο «Ευρώπη» και μια δραχμή Ελληνική αντιστοιχούσε με 9 Βουλγαρικά λέβα. Βγήκαμε έξω να ψωνίσουμε και επειδή ήταν πολύ φθηνά αγοράσαμε πολλά πράγματα, αλλά ένα ζευγάρι ηλικιωμένων από το διπλανό δωμάτιο ψώνισε περισσότερα πράγματα και την άλλη μέρα θα φεύγαμε για τη Φιλιππούπολη, την παλιά ελληνική πόλη. Ο γέρος με τη γριά προσπαθούσαν να βολέψουν τα πράγματα τους στη βαλίτσα, αλλά αυτή δε χωρούσε και δεν έκλεινε.

Για μια στιγμή ακούω τον παππού να λέει στη γριά: «Κατέβα εσύ να ανέβω εγώ», εννοούσε πάνω στη βαλίτσα. Μετά λέει η γριά στον παππού «κατέβα εσύ να ανέβω εγώ γιατί εσύ δεν μπορείς». Συνάμα η πόρτα του δωματίου ήταν λίγο ανοιχτή και ακουγόταν καθαρά τι έλεγαν, αλλά εμείς δεν βλέπαμε τι γινόταν μέσα.

011 G germanos

Αύγουστος 61 με τον γερμανό στην «Τρανή”

Αυτό επαναλαμβανόταν για αρκετή ώρα. Τότε λέω στη γυναίκα μου: «Εμείς βρε γυναίκα, είμαστε πολύ πιο νέοι και ούτε ένα βράδυ δεν κάναμε τίποτα. Για να δω, τι συμβαίνει εκεί μέσα;…».

Αφού κοίταξα κιλά, βλέπω ότι δεν μπορούσαν να κλείσουν τη βαλίτσα οι παππούδες και έβαλα τα γέλια. Με ρωτούσε η γυναίκα μου τι είδα και όταν της εξήγησα, το έβαλε κι αυτή στα γέλια. Αυτό το περιστατικό στη Βουλγαρία μου έμεινε αξέχαστο».

Αγαπητέ Δημήτρη, σε ευχαριστούμε πολύ για όσα μας έγρα­ψες. Πραγματικά είναι μεγάλη και σπουδαία η ιστορία σου. 

Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για σας που ξενιτευτήκατε και περάσατε τόσα πολλά. Με τα όσα εξιστορείς εδώ, γνωρίζουμε το παρελθόν αλλά κυρίως τη ζωή των ξενιτεμένων μας, που δεν ή­ταν απλή, αλλά πολύ ταραχώδης και γεμάτη περιπέτειες.

Σου ευχόμαστε να είσαι πάντα καλά με την οικογένεια σου, να ανταμώνουμε και να τα λέμε.

Εμείς θα περιμένουμε και άλλοι χωριανοί να μας γράψουν και να μας διηγηθούν τη δική τους ιστορία και περιπέτεια. Δεν είναι ντροπή να λες όσα πέρασες στη ζωή, καλά και άσχημα αλλά πρέπει να είστε υπερήφανοι όλοι οι ξενιτεμένοι γιατί τολμήσατε να φύγετε σε μια εποχή, που ούτε γράμματα ξέρατε ούτε είχατε πάει κανείς σας πιο πέρα από το χωριό μας.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ