ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΠΕΥΚΗ

(Αναδημοσίευση από το έθετο «ΚΙΒΩΤΟΣ” της εφημερίδας «ΕΘΝΟΣ”

Κείμενο: Κατερίνα Πλασσαρά
Φωτογραφίες: Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Θέμης Σακελαρίου

Πρώτος σταθμός μας θα ήταν η Λάρισα, σε ένα ταξίδι αστραπή του οποίου ο στόχος δεν ήταν σαφής και προσδιορισμένος.
Κάποιοι αιρετικοί κάτοικοι της πόλης, οι οποίοι δεν είχαμε καταλάβει ακόμα πώς γίνεται να εγκαταλείπουν οι άνθρωποι την ηρεμία των μαγικών θεσσαλικών τοπίων για να καταφύγουν στις πόλεις και στα τσιμενταρισμένα κλουβιά που ονομάζονται διαμε­ρίσματα, θα κάναμε μια «αναζήτηση». Φιλοδοξία μας να ανακαλύψουμε τα υπολείμματα των Ελληνικών Ποιμενικών σκύλων στα κο­πάδια της Θεσσαλίας. Επίσης, να ανακαλύ­ψουμε πώς φτάσαμε στη σημερινή απαξίω­ση του αγροτικού και κτηνοτροφικού πληθυ­σμού, που κάποτε τραγουδούσε άσματα σαν κι αυτά:

«Βασιλογιός παντρεύεται βασιλοθυγατέρα
Πολύ προικιό την έδωκαν πολύ προικιό τη δίνουν
Τη δίνουν τ’ άστρα πρόβατα και το φεγγάρι γίδια
Τη διν’ χωράφια αθέριστα μαζί με θεριστάδες
Τη διν’ αμπέλια ατρύγητα μαζί με τρυγητάδες
Τη δίνουν κι άσπρο άλογο να περπατά, καβάλα».

peripeteia1

Αφήνουμε τις σκέψεις και επιστρέφουμε στην πραγματικότητα. Το κουραστικό ταξίδι τέλειωσε και οι ξεναγοί μας περιμένουν στον σταθμό για να μας οδηγήσουν σε μια ξενάγηση ονείρου στο όνειρο.
«Ξεκινάμε από τον Πλαταμώνα με τελικό προορισμό την Καλλιπεύκη του Κάτω Ολύμπου. Είναι απόγευμα κι ο ήλιος βάφει τα πάντα σε χρώμα μελί. Σε λίγο αρχίζει η ανηφόρα. Πιο ψηλά, πιο ψηλά. Ξεκινήσαμε με χλιαρό καιρό από τη Λάρισα, αλλά τώρα μας διαπερνά η βουνίσια ψύχρα. Επιστρατεύουμε μπουφάν και ζακέτες. Ούτε που καταλάβαμε πώς βρεθήκαμε να διασχίζουμε δάση με οξιές. Ύστερα καστανιές, βαλανιδιές, πεύκα, έλατα. Ο καθένας έχει τη«γειτονιά» του. «Και να σκεφτείς πως σήμερα το πρωί βρισκόμαστε στην Αθήνα!» λέει η Κλειώ. Ο Κώστας συμπληρώνει κάτι που ακούγεται παράλογο: «Υπάρχει κανένας τρόπος να μείνω εδώ;».
Το τζιπ συνεχίζει στο δασικό μονοπάτι. Σε μια στροφή βλέπουμε απέναντι τον Παλιό Παντελεήμονα, έναν από τους σπάνιους πια παραδοσιακούς οικισμούς που υπάρχουν στην ελληνική ύπαιθρο.
Τα παλιά αρχοντικά, αναστηλωμένα ή χτισμένα από την αρχή πάνω στα πρότυπα των παλιών, είναι ένα ξάφνιασμα ομορφιάς. Και η ιστορία του οδυνηρή, όπως όλων των άλλοτε πανέμορφων ορεινών χωριών της Ελλά­δας των οποίων οι κάτοικοι τα εγκατέλειψαν. Κυνηγημένοι από τις δύσκολες συνθήκες ζω­ής και τη φτώχια, έριξαν μαύρη πέτρα και αναζήτησαν καλύτερη τύχη στους κάμπους, στις κοντινές πόλεις ή στις μεγαλουπόλεις, στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα…
Ξέκαναν τα κοπάδια τους, άφησαν τα σκυλιά στον δρόμο, κλείδωσαν τα φτωχικά ή τα αρχοντικά σπίτια των προγόνων τους κι όπου φύγει… Ο Παλιός Παντελεήμονας άρχισε να ερειπώνεται, τα σπίτια να πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Κάποτε ένας περαστικός Γερμανός είδε και θαύμασε. Τη θέα, τη ρημαγμένη αρχοντιά, το παρελθόν που μιλούσε με χίλιες γλώσσες και διηγούταν ατέλειωτες ι­στορίες. Ο Γερμανός αγόρασε ένα από τα ε­ρείπια και φρόντισε να το αναστηλώσει και να το φέρει όσο μπορούσε πιο κοντά στην παλιά του μορφή.
Σε λίγο τον μιμήθηκε κι άλλος κι άλλος. Έγινε σχεδόν μια παροικία Γερμανών. Αλλά τότε, δεύτεροι πάντα, ανακάλυψαν το χωριό και οι Έλληνες. Όχι βέβαια οι ντόπιοι αλλά κάποιοι ευ­κατάστατοι Θεσσαλονικείς, ακόμα και Αθηναίοι. Σε λίγο ο Παντελεήμονας έγινε της μόδας και ή­ταν ξαφνικά πολύ… ίη να έχεις εκεί το εξοχικό σου! «Τι να γίνει, σώθηκε έστω κι έτσι» λέει ο Κώστας. Και πριν αρχίσει η γκρίνια πως όλα τα κάνουμε δεύτεροι και καταϊδρωμένοι μετά από «υποδείξεις» των Ευρωπαίων, παρουσιάζεται μπροστά μας η Άνω Σκοτίνα. Ακόμα ένα πανέ­μορφο, ερειπωμένο χωριό, που όμως άρχισε να ζωντανεύει από τους ντόπιους. Στην αρχή ένας ξενώνας, δειλά – δειλά κάποια σπίτια. Τώρα όλα είναι σε εξέλιξη.

peripeteia2
Πλησιάζοντας στην Καλλιπεύκη συναντάμε ένα δυο κοπάδια που επιστρέφουν στο μαντρί. Με ιδιαίτερη συγκίνηση βλέπουμε ότι τα συνοδεύουν Ελληνικοί Ποιμενικοί σκύλοι. Ο μυθικός μας σκύλος, λοιπόν, επί το έργον! Σαν να μην πέρασαν χιλιάδες χρόνια από τότε που φύλαγε τα κοπάδια των Θεσσαλών ή των Μακεδόνων.
Στην Πίνδο στον Όλυμπο, όπου   υπήρχε βουνό, όπου υπήρχε κοπάδι. Πιστός και ακαταπόνητος φύλακας. Αξεπέραστος για το έργο που τον διάλεξαν οι άνθρωποι εκείνου του μακρινού καιρού, θέλουμε πολύ να στα­ματήσουμε και να χαϊδέψουμε έναν που περπατάει στην άκρη του δρόμου. «Μην το κάνετε» μας προειδοποιεί o ξεναγός μας και έχει δίκιο, θυμόμαστε όσα έχουμε διαβάσει σε κυνολογικά έντυπα: «Είναι δύσπιστος με τους ξένους».
Προσπερνάμε το κοπάδι, ενώ οι σκύλοι μας κοιτάζουν λοξά. Αφήνοντας πίσω ένα μαντρί, ο ξεναγός μας θυμάται μια πικρή ιστορία: «Σ’ αυτόν εδώ είχαμε δώσει πέρυσι μία τσοπάνο, κουτάβι. Αυτός μετά δεν την ήθελε και την άφησε αδέσποτη στο βουνό. Όταν την είδαμε, προσπαθήσαμε να την πιάσουμε. Αλλά δεν τα καταφέραμε. Είχε πια αγριέψει…». Κανείς δεν ξέρει πώς πέ­θανε η «τσοπάνο», όμως η Κλειώ θέλει να τη φαντάζεται ζωντανή και ακμαία σαν το πνεύμα του αδικημένου Ποιμενικού, που κάποτε θα ‘ρθει να πάρει εκδίκηση γιατί οδήγησαν τη φυλή του στην εξαφάνιση. «Τι θα γίνει το 2006 όταν θα σταματήσει η επιδότηση;» ρωτάει ο Κώστας, «θα εξοντωθούν και τα τε­λευταία κοπάδια μαζί με τους σκύλους τους;». Δεν απαντάει κανείς.
Καλλιπεύκη, Νύχτα. Πεινασμένοι και εξαντλημένοι σχεδόν, καταλήγουμε σε μια παραδοσιακή ταβέρνα. Δίπλα μας κάθεται ο κυρ Αλέκος, ο οποίος θα μας μιλάει συνέχεια για τα παλιά.
Εδώ κάποτε βρισκό­ταν το χωριό Νεζερό. Αλλά το ελληνικό κράτος ακολουθώντας την πάγια τακτική του να στέλνει στο πυρ το εξώ­τερο τα ονόματα τω ν τόπων, σβήνοντας έτσι και την ιστορία, ώστε να α­πομείνουν μόνο όσα συνέβαιναν στην προ Χριστού εποχή του έδωσε το όνομα Καλλιπεύκη. Όχι χωρίς λόγο, μας λένε οι μορφωμένοι.
Γιατί «με το όνομα αυτό είναι γνωστό από της αρχαιότητος δάσος εκτεινόμενον εις την μεταξύ του Υψηλού και του Κάτω Ολύμπου κοιλάδα, δια της οποίας διερχομένην ατραπόν ηκολούθησεν το 169 π.Χ. οδεύων προς Μακεδονίαν ο ύπατος Μάρκιος Φίλιππος». Άντε να εξηγήσεις τώρα στον κυρ Αλέκο…
Προχωρημένη νύχτα φτάνουμε στο νυχτερινό μας κατάλυμα, όπου κοιμηθήκαμε «σαν αγγελούδια». Η έγερση ήταν προγραμματισμένη πολύ νωρίς, γιατί μας περίμενε πρόγραμμα με εκπλήξεις.
Πρωί – πρωί φτάνουμε στη θέση Πατωμένη, λίγο έξω από το χωριό. Βρίσκουμε τη βρύση της Πατωμένης με τα καινούργια της «ρούχα» από πέτρα και τσιμέντο, τα οποία απόκτησε μετά από την πρόσφατη επισκευή της. Σ’ ένα βιβλίο με παλιές φωτογραφίες εί­χαμε δει τη μικρή ασβεστωμένη βρυσούλα της δεκαετίας του ’50 και τη νοσταλγούμε. Δίπλα μας το εκκλησάκι και οι εγκαταστάσεις αναψυχής του Υπουργείου Γεωργίας, απένα­ντι μας, χιονισμένος, ο Όλυμπος.

peripeteia3
Όμως εδώ κάτι συμβαίνει. Έχουν μαζευτεί άνθρωποι από τα… εφτά χαράματα και υπάρχει μια ατμόσφαιρα γιορτής. Σε λίγο μαθαίνουμε πως πρόκειται να γίνει η παρουσίαση των Ελληνικών Ποιμενι­κών σκύλων, που έ­χουν εκτραφεί από τον «Όμιλο Φίλων του Ελληνικού Ποιμενικού» της Λάρισας, ύστερα από την παρέμβαση του Ομίλου για τη διάσωση τους.
Η ώρα περνάει, ο ήλιος ανεβαίνει, η ψύχρα υποχωρεί και ο κόσμος μαζεύεται. Άνθρωποι που είχαν ταξιδέψει ώρες πολλές μαζί με τους σκύλους τους για να έρθουν εδώ. Ενας Γερμανός ήρθε από την πατρίδα του μόνο γι’ αυ­τούς. Ένας φωτογράφος από την Πάτρα, Θεσσαλονικείς, Αθηναίοι…
Αμέτοχοι σ’ αυτή την ακατανόητη για τους ίδιους υπερδιέγερση, οι Ελληνικοί Ποιμενικοί περιμένουν να αρχίσει η γιορτή, άλλοι δεμένοι σε δέντρα και άλλοι κόβοντας βόλ­τες δίπλα στα αφεντικά τους. Τελικά οι Ελληνικοί Ποιμενικοί που παρέλασαν μπροστά μας ήταν όχι 5-10, αλλά 76! Όλοι υπέροχοι και πανέμορφοι και όλοι να μας παρακολουθούν με το ίδιο, λιγάκι δύσπιστο, ύφος. Μπράβο στον Όμιλο!
Μα οι εκπλήξεις δεν έχουν τέλος. Ακούμε μια συναυλία από κουδουνίσματα και σε λίγο στο δρομάκι παρουσιάζεται μια μεγάλη παρέα. Μερικά γίδια με τα κουδούνια τους, το τσοπανόσκυλο, γαϊδουράκια, άλογα και καβα­λάρηδες. Τα ζώα είναι όλα μικρόσωμα, ευέλικτα και πολύχρωμα. «Λιτοδίαιτα και ανθεκτικά» ξέρουμε εμείς για τις ελληνικές φυλές. Ακολουθώντας το ίδιο μονοπάτι εδώ και χιλιάδες χρόνια, περνάνε και χάνονται σαν οπτασία στο γύρισμα του δρόμου.
Λίγο έξω από τον χώρο της γιορτής βόσκουν μερικά άλογα. Ανάμεσα τους μια καφετιά θεσσαλική φοράδα. Επιστρατεύουμε τους φωτογράφους για να την απαθανατίσουμε.
«Άραγε να την εκτιμάνε οι δικοί της;» αναρωτιέται ο Κώστας, την ίδια στιγμή που πα­ρουσιάζεται μπροστά μας ο ιδιοκτήτης της και δηλώνει ότι, αν τον βοηθήσει κάποιος, θα ήθελε πολύ να κάνει εκτροφή θεσσαλικού αλόγου.
Ξαναγυρίζουμε στον χώρο της γιορτής.
Σε λίγο θα γνωρίσουμε τον δάσκαλο Παναγιώτη Παπαϊωάννου. Αυτός και ο πολύ δραστήριος Εκπολιτιστικός Σύλλογος «Η Πατωμένη» (τον οποίο εκπροσωπεί) ονειρεύονται να ξαναγεννηθεί η Καλλιπεύκη και να αναδειχθεί μέσα από νέους ρόλους. Ρόλους πολιτισμού, αναψυχής, αναβίωσης εθίμων και συγκράτησης των κατοίκων στον τόπο τους.

peripeteia4
Μας δίνει ένα μακρύ κατάλογο με τις εκδηλώσεις που έχουν προγραμματιστεί. Μας καλεί να ξανάρθουμε.
Η περιπέτεια τέλειωσε κι εμείς γυρνούμε τον δρόμο του γυρισμού. Ήταν μια πραγματική περιπέτεια «αναζήτησης» ενός νήματος που κόπηκε. Δεν εξελίχτηκε. Κόπηκε. Οι ντόπιοι άρχισαν να ντρέπονται γι’ αυτό που ήταν. Οι νομάδες ξέχασαν την καταγωγή τους και πάνε. Ένας κόσμος ολόκληρος καταβαραθρώθηκε απότομα, δίνοντας θέση στο όνειρο της αστικοποίησης, χωρίς όρους, χωρίς χρονικό ορίζοντα, χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς αντιστάσεις.
Εντυπώσεις και σκέψεις πολλές. Μέσα απ’ αυτές, ένα επίμονο όραμα που γυρνά και ξαναγυρνά: το ορεινό τοπίο με νέο ρό­λο που δεν θα αρνείται το παρελθόν, που θα έχει μνήμη, φαντασία και αυτοπεποίθηση. Και πάντα, βασανιστικό, το ίδιο ερώτημα: άραγε, ο δραστήριος Σύλλογος των Απανταχού Καλλιπευκιωτών, μαζί με όλους τους φωτισμένους ανθρώπους που θέλουν να αναδείξουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου τους, γνωρίζουν πόσο ευνοημένοι είναι;

Γνωρίζουν ότι κατέχουν ένα θησαυρό, όπως τα αυτόχθονα ζώα τους, το θεσσαλικό άλογο, τον Ελληνικό Ποιμενικό σκύλο, τα αγροτικά ζώα, τα γίδια, τα πρόβατα, τα πουλερικά; Άραγε γνωρίζουν πώς θα μπορούσαν να τα αξιοποιήσουν (χρηστικά, οικονομικά και τουριστικά); Γνωρίζουν ότι θα τους ζήλευαν πολλοί άλλοι λαοί;

Αξίζει, λοιπόν, να συνεργαστούν με τους τοπικούς άρχοντες, ώστε να μη χαθεί ένα μεγάλο ΕΘΝΙΚΟ κεφάλαιο. Προτού είναι πολύ αργά και προτού το ανακαλύψουν οι παντός είδους… Γερμανοί!

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ