Category Archives: Φύλλο 125

Κοινωνικά

koinonika

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΜΑΣ

 

Πατούλιας Ζήσης του Κανάκη                                                          20

Γιαβρούτα – Μητσοπούλου Καίτη                                                    20

Χατζής Χρήστος, Βερδικούσια                                                          20

Μασούρας Ιωάννης του Γεωργίου και της Χρύσως                     30

Σιώκος Ιωάννης του Κωνσταντίνου και της Αλεξάνδρας            20

Τσιακάλης Δημήτριος Πάτρα                                                            50

Τζανέτα – Γκουγκουλιά Μαρία                                                          20

Παπαδόντα Παρασκευή                                                                     20

Παπαγιανούλης Σπύρος Κατερίνη                                                    50

Παπαγιανούλης Αντώνιος Κατερίνη                                                 50

Παπαγιανούλης Ιορδάνης Κατερίνη                                                50

Καραγιάννης Δημήτριος του Κωνσταντίνου                                  20

Ρημαγμός Κωνσταντίνος Κατερίνη                                                  20

Δενερτζής Αθανάσιος                                                                          20

Συντριβάνης Θεμιστοκλής                                                                  30

Παπαστεργίου Κωνσταντίνος Δάσκαλος                                        50

Μιχαντάς Κωνσταντίνος του Γεωργίου                                           30

Κανελλιά Έλη                                                                                        50

 

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Νικολέτα Μασούρα Αγγλία                                       100 δολάρια

Γκουγκουλιάς Κωνσταντίνος Αμερική                      100      ”

Γεώργιος Καράνης                                                       100 Ευρώ

Τριανταφύλλου Σωτήρης                                              20

Σιαμούτη Δέσποινα                                                        20

Σίμος Γεώργιος                                                               20

Δεδικούσης Ιωάννης                                                     50

Τσιαπλές Ιωάννης                                                         100

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ

(Ή πως φαίνεται κι αλλιώς ο ρατσισμός)

 

Εγώ…όταν γεννήθηκα ήμουν μαύρος, όταν μεγάλωσα ήμουν μαύρος, όταν κάθομαι στον ήλιο είμαι μαύρος, όταν κρυώνω είμαι μαύρος, όταν τρομάζω είμαι μαύρος, όταν πεθάνω θα είμαι μαύρος.

Εσύ… όταν γεννήθηκες ήσουν ροζ, όταν μεγάλωσες ήσουν άσπρος, όταν κάθεσαι στον ήλιο είσαι κόκκινος, όταν κρυώνεις είσαι μπλε. όταν τρομάζεις είσαι κίτρινος, όταν αρρωσταίνεις είσαι πράσινος, όταν πεθάνεις θα είσαι γκρι. και έχεις το θράσος να αποκαλείς εμένα έγχρωμο;

 

Επιλογή: Παναγιώτης Παπαϊωάννου

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΒΟΥΚΟΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Ένα πρωί ξεκίνησα απ’ την μακρινή Μελβούρνη

στον τόπο που γεννήθηκα ,διακοπές να κάνω

Να πάρω αέρα δροσερό λίγο να ξανασάνω

Και στο χωριό μου έφτασα την ωραία Καλλιπεύκη

Με τις πολλές βουνοκορφές και τα πολλά τα Πεύκη

Που είναι το πιο όμορφο χωριό

σε όλη τη Θεσσαλία χωρίς αμφιβολία

Μετά από λίγη ξεκούραση μια βόλτα είπα να κάνω

Με το μεγάλο μου αδελφό μέσα στο δάσος το πυκνό

Που το ονομάζουν πευκωτό και το θαυμάζουνε πολλοί

Γιατί είναι μοναδικό.

Μήπως και ξαναθυμηθώ τον παιδικό μου εαυτό

Που φύλαγα και βόσκαγα πρόβατα με μεράκι

Και πήδαγα και χούιαζα λες και ήμουν άγριο ζλάπι

Και οι φωνές ακούγονταν μέχρι το Νεράκι

Και εκεί που περπατάγαμε τα δυο αδερφάκια

Με έκπληξη αντικρίσαμε σωρούς από σκουπίδια

Και μύριζαν από μακριά, λες και ήταν ψόφια φίδια

Και τότε μέσα ένιωσα μεγάλη αμηχανία

Και μια ερώτηση έκανα στον ταπεινό εαυτό μου

Γιατί μωρέ συγχωριανοί δεν έχετε πειθαρχία

Και ρίχνεις όπου βρίσκεσαι σκουπίδια με μανία

Γι αυτό φίλοι συγχωριανοί ας κάνουμε εκστρατεία

Σκουπίδια να μαζέψουμε μέσα από το δάσος

Είναι ευθύνη όλων μας καθαρό να είναι

Να χαίρεσαι να περπατάς, και να ευωδιάζει

Γιάννης Μαντάς

Μελβούρνη

038_Mantas

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Οι διενέξεις Καλλιπεύκης – Γόννων από το 1887 ως το 1906

Έρευνα – παρουσίαση: Κατσιούλας Ζήσης

     Πολλές φορές έχουμε γράψει για το Μνήμα του Λέου και τις διαφορές που υπήρχαν για τα σύνορα των δύο χωριών μετά την απελευθέρωση το 1881. Και το πρόβλημα αυτό γινόταν οξύτερο και έβαζε σε κίνδυνο τις σχέσεις των δύο χωριών επειδή πολλοί κάτοικοι της Καλλιπεύκης είχαν εγκατασταθεί τότε στους Γόννους και ζητούσαν τα σύνορα να ανέβουν όσο το δυνατόν πιο πάνω καθότι οι περισσότεροι ήταν κτηνοτρόφοι και χρειάζονταν μεγαλύτερο ζωτικό χώρο για τα κοπάδια τους. Ψάχνοντας τις παλιές εφημερίδες της Λάρισας, βρήκαμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το παραπάνω θέμα.  Με πράξη του οικονομικού εφόρου Λάρισας από το 1887, ορίστηκαν τα σύνορα στη θέση Καρυές. Όλη η τοποθεσία αυτή καθώς και τα χωράφια ή λιβάδια, παραχωρούνταν στους Γόννους. Την απόφαση όμως, αυτή, οι Καλλιπευκιώτες την θεώρησαν άδικη πέρα για πέρα με αποτέλεσμα να παραβιάζουν τα σύνορα συνεχώς . Και αυτό είχε ως επακόλουθο, τις διενέξεις μεταξύ των δύο χωριών, μερικές φορές και αιματηρές. Έτσι, στις 30 Οκτωβρίου του 1906, έγινε αιματηρή συμπλοκή μεταξύ των δύο πλευρών με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο άνθρωποι. Ο Λέος Φαρμακιώτης από την πλευρά των Γόννων και ο Γεώργιος Μιχαήλ από την πλευρά της Καλλιπεύκης (αυτός πέθανε μετά από 40 μέρες). Το θέμα πήρε μεγάλες διαστάσεις και ανησύχησε τις αρχές. Γι’ αυτό και βγήκαν αργότερα επί τόπου για να το λύσουν. Ο τότε πρόεδρος της Καλλιπεύκης Γεροστέριος Αστέριος, προκειμένου να αποδείξει ότι πραγματικά το μέρος αυτό ανήκει στην Καλλιπεύκη, όταν επρόκειτο να έρθουν επί τόπου οι αρχές για να εξετάσουν το θέμα, κατέβασε στις Καρυές με τα υπάρχοντά τους, μερικές οικογένειες. Όταν ήρθαν οι αρμόδιοι, τους βρήκαν εκεί και όταν ρωτήθηκαν γιατί βρίσκονται σ’ αυτό το μέρος, αυτοί απάντησαν ότι το καλοκαίρι κατεβαίνουν στις Καρυές και το χειμώνα ανεβαίνουν στο χωριό. Τότε, κάποιος από τους Γοννιώτες απείλησε τους Καλλιπευκιώτες, αλλά ο πρόεδρος πρόταξε τα στήθη του και είπε περίπου: «Βάρα εδώ, γιατί εγώ είμαι το χωριό».  Οι αρχές αφού εξέτασαν το θέμα, αποφάσισαν, τελικά, να παραχωρήσουν το μέρος αυτό στην Καλλιπεύκη και τα σύνορα κατέβηκαν στη θέση Μνήμα του Λέου, περίπου εκεί που είναι σήμερα το μαρμαράδικο. Βέβαια, για όλα αυτά, υπάρχουν αποφάσεις, αλλά θέλει ακόμη πολύ ψάξιμο.

     Το επεισόδιο της αιματηρής συμπλοκής οδήγησε πολλούς τότε στα δικαστήρια. Την απόφαση του δικαστηρίου δεν την ξέρουμε. Έχουμε, όμως, στα χέρια μας μία, μάλλον πρόχειρη σελίδα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Μας την παραχώρησε ο Βασίλης Καραβιδές από το αρχείο του. Είναι δυσανάγνωστη αλλά μπορέσαμε και διαβάσαμε τα περισσότερα. 

     «μάρτυρας)… Γ. Κοντογιάννης εκοιμάτο εις το γρέκι με τον φονευθέντα (τον Φαρμακιώτη) και κατά τα χαράματα επάνω εις τον ύπνον, τους επιτέθηκαν οι Νεζεριώται και είπεν ο φονευθείς.   και συ Γεροστέριο με φάγατε. Ήσαν εκεί και ο Τόλιος Δουλαπτσής, Ζήσης Γεροστέριος ή Τσιμπούρας, Ν. Καρπούζας και Στέργιος Οικονόμου. Μάλιστα ο Τόλιος Δουλαπτσής επυροβόλησεν και εμέ και έφυγα και πάλιν με επυροβόλησεν εκ δευτέρου.

2.   Πολύζος …(δυσανάγνωστο)… επληγώθη εις την ενέδρα και είδε ότι τον εκτύπησεν ο Ζήσης Τσιμπούρας ή Γεροστέριος. Τον ανεγνώρισε. Αυτός είναι ο μόνος όπου φορεί παντελόνια. Ο ίδιος αντελήφθη ότι ο Τσιμπούρας επλήγωσε και τον Σάρρον.

3.   Εμμανουήλ Σάρρος. Ήταν μία περίπου ώρα ημέρα και είδα τους Νεζεριώτας να πυροβολούν, μία δε σφαίρα εκτύπησε μπροστά εις τα ζώα του (του φονευθέντος), ενώ δε γύρισε να ειδεί επάνω εις την ράχιν, ερρίφθησαν δύο πυροβολισμοί κατ’ επάνω  του και τον επλήγωσαν εις την αριστεράν χείραν, έρριψαν δε επίτηδες για να τον φονεύσουν.

4. Ο Γιώργος Μακρυγιώργος …(δυσανάγνωστο)… ένα με τα παντελόνια πυροβολούντα (τον Ζ. Τσιμπούραν).

5. Κονδύλας θα ερωτηθεί ποίος του είπεν εις Ραψάνην ότι θα φονεύσουν τον Φαρμακιώτην. Τούτο το ανακοίνωσε εις Γεώργιον Κοντογιάννην. 

Χρήστος Σαλεπτίδης;

Τέλης Μποζώνας» 

Είδαμε παραπάνω, από το έγγραφο αυτό, τι καταθέτουν ορισμένοι μάρτυρες (μάλλον οι δύο που τα ονόματά τους βλέπουμε στο τέλος) από την πλευρά των Γόννων. Κατά πόσο αξιόπιστες είναι οι καταθέσεις τους δεν το γνωρίζουμε. Παρακάτω διαβάστε τι έγραψε η εφημερίδα της Λάρισας «Μικρά» για το ίδιο γεγονός, με ημερομηνία 1 Νοεμβρίου 1906. 

ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΧΩΡΙΚΩΝ

Οι κάτοικοι Δερελή και Νεζερού
Δια πράξεως του οικονομικού εφόρου από του 1887 ωρίσθη όπως τα μεταξύ των χωρίων Δερελή και Νεζερού και εν τη θέσει Καρυαίς κείμενα λειβάδια ανήκωσιν εις τους κατοίκους Δερελή. Προχθές, όμως, (δηλ. στις 30 Οκτωβρίου 1906) οι κάτοικοι του Νεζερού απεπειράθησαν να τα καταλάβωσι και απωλύσωσιν εν αυτοίς τα ποίμνιά των. Οι Δερελιώται τότε ενόπλως εξελθόντες, συνεπλάκησαν μετά των Νεζεριωτών, τους οποίους και εξεδίωξαν. Εν τω πεδίω της μάχης εφονεύθη ο Ι. Φαρμακιώτης, επληγώθησαν δε οι Σάρος, Πολύζος, Γουγουλιάς και ο δεκατετραετής παις Γεώργιος Μιχαήλ». 

     Παρατηρήσεις: Η εφημερίδα μάς διαφωτίζει αρκετά για το περιστατικό και μας δίνει και ακριβή ημερομηνία του γεγονότος, αλλά έχει λάθος την ηλικία του Γιώργου Μιχαήλ ο οποίος πρέπει να ήταν τότε τουλάχιστον 32 με 36 ετών αφού ο γιος του Αστέριος είχε μείνει ορφανός 11 ετών, όπως αναφέρει ο Δημ. Μιχαήλ και είχε γεννηθεί το 1895 όπως φαίνεται από τα Μητρώα της Κοινότητας. Επίσης το μικρό όνομα του Φαρμακιώτη αρχίζει από Ι (γιώτα) και ίσως να είναι και αυτό λάθος, μπορεί, όμως, και όχι.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Συνέντευξη με τον Δημήτριο Μιχαήλ

(η συνέντευξη του Δημ. Μιχαήλ πρέπει να διαβαστεί παράλληλα με το θέμα «Αναζητώντας τους απανταχού Καλλιπευκιώτες – οι Μπουζιωταίοι της Πούρλιας)

 Συνέντευξη – έρευνα – παρουσίαση: Κατσιούλας Ζήσης  

     Στις 2 Ιανουαρίου 1998 επισκεφτήκαμε στη Θέση Γκανή, στο γιδομάντρι του, τον Δημήτριο Μιχαήλ. Ήταν μόλις μία εβδομάδα περίπου μετά το θάνατο της γυναίκας του Στεργιανής (πέθανε σε ηλικία 53 ετών). Παρόλη τη στεναχώρια που είχε, κάναμε μια καλή κουβέντα μαζί του και μας είχε πει τότε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Δυστυχώς, όμως, μετά από τρία περίπου χρόνια πέθανε και αυτός και έτσι σήμερα που δημοσιεύουμε αυτή τη συνέντευξη, δεν ζει ανάμεσά μας. Έτσι, όσα θα διαβάσετε παρακάτω είναι και ένα πνευματικό μνημόσυνο στη μνήμη τη δική του και της γυναίκας του. Ο Θεός να τους αναπαύει και εμείς να συνεχίσουμε με τη συνέντευξή του.

     «Γεννήθηκα στην Καλλιπεύκη το 1929 και είμαι (ήταν) σήμερα 69 ετών. Ο προππάπος μου Αστέριος Μιχαήλ, καταγόταν από το χωριό Μάραθος των Αγράφων. Τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι και μαζί με τη θυγατέρα του την Παγώνα, το γιο του Γιάννη και μια αδερφή του, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη γειτονική Πούρλια (Παλιούς Πόρους). Ο προππάπος μου ήρθε με κρυοπαγήματα και τραύματα. Στην Πούρλια πάντρεψε την αδερφή του με κάποιον Ρουμπιέ. Την θυγατέρα του Παγώνα την πάντρεψε στην Καλλιπεύκη με κάποιον Χασκομήτρο (δεν είναι σίγουρο αν αυτό ήταν πραγματικό όνομα ή παρατσούκλι). Ο Χασκομήτρος ήταν έμπορος της εποχής εκείνης. Εμπορευόταν καπνό και φυλλάδια που τα αγόραζε από τους Τούρκους και τα μετέφερε με μουλάρια. Η κόρη του προππάπου μου, Παγώνα, που παντρεύτηκε με τον Χασκομήτρο δεν απόκτησε παιδιά. Και αφού δεν απόκτησε, αργότερα έμενε μαζί με τον παππού μου το Γιώργο Μιχαήλ που θα δούμε παρακάτω.

     Ο γιος του προππάπου μου ο Γιάννης, ήταν πολύ φτωχός και δεν τον έπαιρνε καμία γυναίκα. Ασχολούνταν μόνο με το κυνήγι και έκανε επίτροπος στην εκκλησία. Τελικά, όμως, τον παντρεύτηκε μια κοντούλα γυναίκα από το σόι του Κούσιου. Από το γάμο του απέκτησε εννιά (9) παιδιά. Το Στέργιο, το Μήτρο, τον παππού μου το Γιώργο και έξι ακόμα κορίτσια. Ο Στέργιος παντρεύτηκε με ένα κορίτσι από τους Μαντάδες και έμενε στους Γόννους αλλά δεν απέκτησαν παιδιά. Ο Μήτρος έμενε και αυτός στους Γόννους και από το γάμο του απέκτησε ένα κορίτσι, την Παγώνα. Έτσι, τα ονόματα του Στέργιου και του Μήτρου χάθηκαν. Ακόμα να προσθέσω ότι ο Στέργιος που δεν είχε δικά του παιδιά, πήρε ένα ψυχοκόριτσο από την Κατερίνη και το έλεγαν Κατερίνα. Η γυναίκα του όμως, το έβαλε μαράζι που δεν έκανε παιδιά και πήγε και πνίγηκε στο ποτάμι.

006_mixail1 007_mixail  Δημήτριος Μιχαήλ και Δημήτριος Μιχαήλ (σκοτώθηκε στη Μ. Ασία)

     Ο παππούς μου ο Γιώργος, πήρε γυναίκα από το σόι το Καστοράτικο (Δαβλιάη). Τη γιαγιά μου, δηλ. τη γυναίκα του την έλεγαν Τσίβω (Παρασκευή). Αυτοί, λοιπόν, οι παππούδες μου, απέκτησαν πέντε (5) παιδιά. Τον πατέρα μου το Στέργιο, το θείο μου Μήτρο και τις θείες μου Παγώνα, Μαρία και Γιαννούλω. Έμεναν εδώ στην Καλλιπεύκη. Και επειδή η γιαγιά μου η Τσίβω είχε όλα τα αδέρφια της στην Καλλιπεύκη, δεν πήγαινε να καθίσει στους Γόννους με τα άλλα τα αδέρφια του παππού μου. Τον παππού μου το Γιώργο τον φώναζαν Γιργουλή γι’ αυτό κι εμείς σήμερα έχουμε αυτό το παρατσούκλι. Αυτός ο παππούς μου ο Γιώργος είχε κάνει 18 χρόνια χουσμεκιάρης στο Μαμούτ Αγά, τον Τούρκο. Είχε πάει μικρό παιδί 7 – 8 χρόνων μόνο με μια γκλίτσα και όταν έφυγε από τους Τούρκους είχε 300 δικά του γίδια. Από τότε έχουμε κι εμείς τα γίδια. Σήμερα, 1998, έχουμε 700 γίδια μαζί με τα παιδιά μου το Στέργιο και το Γιάννη.

     Ο θείος μου ο Μήτρος σκοτώθηκε στο Μικρασιατικό Πόλεμο το 1922 στον Μαίανδρο ποταμό. Εκεί ήταν 36 άνδρες. Ο μπάρμπας μου ήταν σκοπευτής στο πολυβόλο και κάποιος Καράντζιος ήταν γεμιστής. Στον Μαίανδρο είχαν πάει να κόψουν μία γέφυρα και τους βάρεσαν οι Τούρκοι. Σκοτώθηκαν όλοι οι στρατιώτες καθώς και ο ανθυπολοχαγός Τζιράκης Κων/νος από την Κρήτη. Μόνο ο Καράντζιος γλίτωσε τραυματίας μέσα στα πτώματα.

     Ο πατέρας μου Αστέριος Μιχαήλ, μετά το χαμό του αδερφού του Μήτρου, έγινε προστάτης της οικογένειας και έμεινε νωρίς χήρος γιατί η μάνα μου πέθανε σε ηλικία 48 χρόνων. Αλλά είχε μείνει ορφανός από πατέρα μόλις 11 χρονών παιδί γιατί τον πατέρα του Γιώργο και δικό μου παππού, το είχε σκοτώσει κάποιος Φαρμακιώτης. Τον πυροβόλησε στο γόνατο και τον τραυμάτισε βαριά με αποτέλεσμα να πεθάνει μέσα σε 40 μέρες. Το γεγονός αυτό έγινε στη θέση Καρυές. Εκεί κοντά στη βρύση στις Καρυές, είναι μια πέτρα που το λένε στην «Πέτρα του Φαρμακιώτη». Τότε υπήρχαν διαφορές με τους Γοννιώτες (Ντιρλιώτες). Αυτοί ήθελαν τα σύνορα ως επάνω τη Ράχη και οι Νιζεριώτες μέχρι τη βρύση του Λάζαρη κάτω. Έτσι βρίσκονταν συνέχεια σε διαμάχες. Κάποια μέρα ο παππούς μου είχε τα γίδια εκεί κοντά στις Καρυές και βγήκε να χουιάξει τα σκυλιά. Τότε ο Φαρμακιώτης τον έριξε και τον τραυμάτησε στο γόνατο. Την ίδια στιγμή, ακούστηκαν δυο γκράδες. Ο ένας ακούστηκε πάνω από τη θέση Βρυσόπλες. Εκεί ήταν ο παπππούς ο Γκέτσιος. Αυτός ήταν δυνατός άνδρας. Είχε μια παλάμη μαλλιά ακόμα και στα αφτιά. Ο άλλος ακούστηκε από την Πετρόστρουγγα. Τον έριξε ο παππούς Γιάννης Ζαφείρης (Πάππος). Την ίδια μέρα ο Φαρμακιώτης έπεσε νεκρός. Αυτός ήταν Κουπατσιάρης, μάλλον πάνω από τα μέρη των Γρεβενών αλλά έμενε στο Δερελί. Αυτό το περιστατικό μού το διηγήθηκε ο μακαρίτης Γεώργιος Καστόρης (Δαβλιάης). Έτσι, πεθαίνοντας ο παππούς μου, άφησε τον πατέρα μου 11 χρονών και το θείο μου εννιά. Και όλα αυτά πρέπει να έγιναν γύρω στα 1905 με 1906.

     Το όνομά μου το πήρα από το θείο μου το Μήτρο που σκοτώθηκε στι Μικρά Ασία και εκείνος από τον άλλο το Μήτρο που είχε μια θυγατέρα την Παγούνω. Αυτή είχε παντρευτεί έναν Γκουγκουλιά από τους Γόννους και επί Γερμανών πέθανε. Την είχαν θάψει στη βρύση στη θέση Ζεστή. Άφησε ένα παιδί απ’ αυτούς τους Γκουγκουλιάδες που έχουν τα μάρμαρα.

     Ο παππούς μου ο Γιργουλής και η θεία μου η Χασκομήτραινα ήξεραν πολύ καλά τα τούρκικα. Κάποτε, όταν τα σύνορα ήταν στο χωριό μας (1881 – 1912), είχαμε τα γίδια εδώ στη Γκανή, εκεί ακριβώς που είναι σήμερα το μαντρί του Μπουρονίκου. Είχαμε, δηλ. οι παππούδες μου, έναν τσοπάνο με το επώνυμο Σιμογιάννης και ήρθαν κλέφτες από το τούρκικο μέρος για να πάρουν όλο το κοπάδι. Όταν μπήκαν στο μαντρί, χτύπησαν με τον υποκόπανο το Σιμογιάννη και τον άφησαν αναίσθητο. Αυτός καθόταν μέσα στην καλύβα δίπλα στο τζάκι και δεν τους πήρε χαμπάρι. Ο πατέρας μου ήταν μικρό παιδί και τον έδεσαν από τα χέρια. Οι κλέφτες αμέσως μάζεψαν τα γίδια με σκοπό να τα βγάλουν πάνω στη Ράχη και να τα περάσουν πέρα από τη συνοριακή γραμμή. Αν το κατόρθωναν αυτό, χάνονταν όλα τα γίδια. Ο Σιμογιάννης αφού συνήλθε λίγο, είπε στον πατέρα μου να λυθεί ώστε να βοηθήσει και αυτόν. Ο πατέρας μου βρήκε τρόπο να λυθεί και βοήθησε τον χτυπημένο. Αφού συνήλθε, βγήκε παραπάνω στον όχτο και έβγαλε δυνατή φωνή. Τότε πετάχτηκαν ο Ζαφείρης Καζάνας, ο Ζαφείρης (Γαζέτας) και άλλοι που ήταν εκεί κοντά. Έριξαν με τους γκράδες και τα γίδια που ήταν άγρια, φοβήθηκαν και σκόρπισαν. Οι κλέφτες μάζεψαν λίγα και έφυγαν προς τη Ράχη. Αυτά δεν μπόρεσαν να τα γλιτώσουν.

      Μια άλλη φορά, οι Τούρκοι μάς είχαν πάρει όλα τα γίδια και τα έκλεισαν στο σταθμό πάνω στις Κούτρες. Τότε η Χασκομήτραινα, μαζί με άλλους δικούς μας, πήγε για πεσκέσι στους Τούρκους τσιρέπια, λίρες και άλλα πράγματα για να πάρουν πίσω το κοπάδι. Πήγε αυτή γιατί γνώριζε καλά τα τούρκικα. Όταν έφτασε εκεί είπε στους Τούρκους: «Γιατί πήρατε τα γίδια; Τα κατσίκια θα ψοφήσουν όλα στο μαντρί γιατί είναι μικρά». Τότε οι Τούρκοι, αφού πήραν τα πεσκέσια, έδωσαν πίσω τα γίδια και μάλιστα έδωσαν στους δικούς μας και ζάχαρη.

     Το σημερινό μαντρί που έχουμε εδώ κάτω στη θέση Γκανή, αρχικά ήταν των Καστοραίων. Ο παππούς μου το είχε στα Παλιοκόπρια, λίγο πιο κάτω από εδώ. Και επειδή ο πατέρας μου πάντρεψε τις αδερφές του και οι γαμπροί ζητούσαν περιουσία, πούλησε το μαντρί στον Τόλιο Καραμπατή. Έτσι και ο πατέρας μου, έφυγε από εκεί και κατέληξε εδώ, σ’ αυτόν το βράχο. Με τους Καραμπατάδες είμαστε συγγενείς. Ο Αποστόλης ο Καραμπατής είχε γυναίκα  την αδερφή του πατέρα μου, τη Μαρία. Τη Γιαννούλω την είχε πάρει ο Νάσιος ο Ρημαγμός. Με λίγα λόγια, η ιστορία μας στην Καλλιπεύκη αρχίζει γύρω στα 1850 με 1860. Από το 1880 με 1890 έχουμε αυτά τα γίδια. Και τα είχε φτιάξει ο παππούς μου ο Γιώργος που είχε πάει χουσμεκιάρης στον Τούρκο Μαμούτ Αγά. Τότε ο παππούς μου είχε αγοράσει στο Δερελί και τρία σπίτια.

     Και τώρα να έρθουμε λίγο στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου. Το 1948, δύο αντάρτες, ο ένας από την Καρυά και ο άλλος από τη Σπηλιά, με πήραν από το μαντρί και με εκπαίδευσαν πάνω στον Αϊ-Γιάννη. Μπορούσα να φύγω αλλά είχαμε 550 γίδια με τον πατέρα μου και σκεφτόμουν μήπως μας κάνουν καμιά ζημιά. Ο δε πατέρας μου, μην μπορώντας να κάνει και αλλιώς, μου είπε: «Άιντι, παιδάκι μ’, σε πήραν που σε πήραν τώρα! Ο Θεός να βάλει το χέρι του. Όπου είναι οι άλλοι μα πας και συ». Εκεί στον Αϊ-Γιάννη ήταν και άλλα παιδιά από το χωριό μας. Ο Γιάννης ο Μαντάς (Ντάπος), ο περιπτεράς ο Γιάννης Καραγιάννης και ο Ζαφείρης Αντωνίου. Καθόμουν κάτω από ένα ελάτι και ήρθε ο Καραγιάννης και μου λέει: «Σήκω Μήτρο να φύγουμε. Μας ετοιμάζουν για πόλεμο». Εγώ, όμως, σκεφτόμουν μη μας πάρουν τα γίδια και δεν πήγα μαζί τους. Με χαιρέτησε ο Γιάννης ο Μαντάς κι εγώ έκλαιγα μην ξέροντας τι να κάνω. Εκείνη τη στιγμή και τώρα που τη θυμάμαι, μου φεύγουν δάκρυα.

     Σε λίγο μας συγκέντρωσαν και φώναξαν προσκλητήριο. Όταν δεν άκουσαν «παρών» από το Γιάννη Μαντά και τον Καραγιάννη, με ρώτησαν αν ξέρω πού πήγαν. Τότε εγώ, προσποιούμενος τον ανήξερο, τους είπα: «Κάπου εδώ θα είναι. Μήπως κοιμούνται στην καλύβα!». Με έστειλαν τότε να κοιτάξω εκεί και βρήκα μόνο τα μαλλιότα τους. Γύρισα και τους είπα. Μου είπαν τότε να φωνάξω για ν’ ακούσουν. Τι να κάνω κι εγώ, φώναξα. Αυτοί άκουγαν τη φωνή μου αλλά έφυγαν και κρύφτηκαν γιατί ήταν μέρα. Με το σκοτάδι συνέχισαν την πορεία τους και κατέβηκαν στη Γκανή όπου έφαγαν λίγο γάλα και αναχώρησαν για τους Γόννους όλη νύχτα και παραδόθηκαν στο στρατό.

     Εκεί στον Αϊ-Γιάννη γινόταν χαμός από στρατό, άνδρες και γυναίκες. Το προηγούμενο βράδυ είχε στηθεί ολόκληρο γλέντι με κλαρίνα. Σωστό πανηγύρι. Όταν νύχτωσε, ψήσαμε κρέατα, φάγαμε και την άλλη μέρα μας πήγαν για την Καρυά όπου μας μίλησαν. Δεν μας είπαν, όμως, ότι πηγαίναμε για το Γράμμο. Εκεί στην Καρυά ήμουν με τον Ζαφείρη τον Αντωνίου. Συζητούσαμε και του είπα να φύγουμε. Εκείνος είχε βρει το μουλάρι του που το είχαν πάρει οι αντάρτες και ήθελε να φύγουμε μαζί με το ζώο. Εγώ του είπα ότι θα μας πάρουν χαμπάρι και ότι θα μας σκοτώσουν. Κάποιος, όμως, μας παρακολουθούσε και το βράδυ μας έβαλαν σε διαφορετικούς λόχους. Τότε εγώ πήγα στον ταγματάρχη Φεραία από το Βελεστίνο και του είπα ότι είμαστε δυο παιδιά πατριώτες και μας χώρισαν. Τότε αυτός έδωσε εντολή να μείνουμε πάλι μαζί.

     Από την Καρυά μας έβγαλαν στο Γράμμο. Τον Ζαφείρη τον είδα για τελευταία φορά στο Σμόλικα. Δεν σκοτώθηκε στο Γράμμο αλλά στο Βίτσι, όπως μου είπε κάποιος Μπαντής Ιωάννης από την Τσαριτσάνη. Εκεί στο Γράμμο γινόταν χαμός. Μας έβαζε το πυροβολικό και δεν ξέραμε πού να κρυφτούμε. Ευτυχώς ήταν λίγο σαν χαράδρα και κρύφτηκα μέσα σε μια μικρή περιστεριά (σπηλιά). Εκεί, όμως, ήρθε μια ανταρτίνα να προφυλαχτεί και με έβγαλε έξω. Αφού σταμάτησε να χτυπάει ο στρατός, μας έδωσαν εντολή ν’ ανεβούμε προς την κορυφή όπου ήταν η πρώτη γραμμή των ανταρτών. Από εκεί οι μεν αντάρτες έριχναν από επάνω, ο δε στρατός από κάτω. Το πυροβολικό θα μας έριξε πάνω από 800 βλήματα. Ο λοχαγός μας ήταν όρθιος πίσω από ένα πεύκο και του φώναζαν να προσέχει.

     Αφού σταμάτησε ο στρατός και είχαμε πολλές απώλειες, κατεβήκαμε προς τα κάτω και καμιά δεκαπενταριά αντάρτες κατέλαβαν ένα ύψωμα που το φύλαγε ο στρατός. Εκεί πήρα το πρώτο βάπτισμα του πολέμου. Στην κατάληψη του υψώματος σκοτώθηκε ένας στρατιώτης και οι δικοί μας του έβγαλαν και του πήραν τα ρούχα. Μετά κατεβήκαμε πιο κάτω και άρχισε ο στρατός πάλι να ρίχνει. Τότε αναγκαστήκαμε ν’ ανεβούμε λίγο πιο πάνω. Εκεί που πολεμούσαμε ήρθε ο ομαδάρχης και μου είπε να κάνω οικονομία στις σφαίρες. Εγώ είχα πιάσει μια άκρη και έριχνα συνέχεια στον αέρα. Δεν σημάδευα τους στρατιώτες. Μόνο όταν μας παρακολουθούσαν πρόσεχα. Ίσως να είχα ρίξει πέντε με έξι σφαίρες. Σκεφτόμουν ότι πολεμάει ο αδερφός τον αδερφό. Ήμουν μόνο 18 χρονών παιδί.

     Πέρασε αυτή η μέρα και μας συγχάρηκαν γιατί πήραμε το ύψωμα. Την άλλη μέρα μας έδωσαν εντολή να ρίχνουμε μόνον αν ο στρατός πλησιάσει στα πέντε μέτρα. Ο στρατός, όμως, δεν πλησίασε και μας έβαλε με τα πολυβόλα. Μας έδωσαν, μας έδωσαν και οι αντάρτες άρχισαν να υποχωρούν ενώ πολλοί σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Ένα παιδί που είχα δίπλα μου, το φώναζα συνέχεια για να δω αν ζει και μέχρι ένα σημείο απαντούσε. Στο τέλος δεν απάντησε. Έμαθα πως σκοτώθηκε. Γιώργο Κατσιάλη το έλεγαν και ήταν από τα Σέρβια. Κατόπιν πέρασε ο ομαδάρχης Ζιώγας από τη Σκοτίνα και μου είπε: «Σήκω Μιχαήλ, μας έπιασαν». Αμέσως φύγαμε προς τα πάνω. Τότε με πήρε μια σφαίρα στο δάχτυλο του αριστερού ποδιού και τραυματίστηκα. Ακούμπησα στο Στερν (πολυβόλο) και ξάπλωσα κάτω. Όταν ήρθε ο στρατός, βρισκόμουν ξαπλωμένος και με πέρασαν για πεθαμένο. Συνήλθα, όμως και χαμογέλασα. Τότε ένας με κοπάνησε με ένα παλούκι και σωριάστηκα αναίσθητος. Κάποιος άλλος του έκανε παρατήρηση γι’ αυτό που έκανε. Μετά ήρθε ο γιατρός, ένας καλός γιατρός, με έδεσε στο πόδι και στο κεφάλι και με πήραν. Στο μεταξύ, το μέρος εκείνο ήταν γεμάτο από νάρκες. Τις πάτησαν οι στρατιώτες και άρχισαν να ανατινάζονται. Μερικοί σκοτώθηκαν και άλλοι τραυματίστηκαν. Κόπηκαν χέρια και πόδια». 

Σημείωση: Για το γεγονός της συμπλοκής μεταξύ κατοίκων των Γόννων και της Καλλιπεύκης στη θέση Καρυές που αναφέρθηκε ο μακαρίτης Δημήτριος Μιχαήλ και όπου σκοτώθηκε ο Φαρμακιώτης και τραυματίστηκε ο παππούς του Γεώργιος Μιχαήλ, έγραψαν τότε και οι εφημερίδες. Αλλά, για να κατανοήσετε περισσότερο το θέμα και για να πληροφορηθείτε καλύτερα, διαβάστε τα παρακάτω με τον τίτλο «Οι διενέξεις Καλλιπεύκης – Γόννων  από το 1887 ως το 1906» 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Οι Μπουζιωταίοι της Πούρλιας

 Αναζητώντας τους απανταχού Καλλιπευκιώτες
Οι Μπουζιωταίοι της Πούρλιας
 

Έρευνα και παρουσίαση: Κατσιούλας Ζήσης

Στις 11 Απριλίου 2007, ημέρα Τετάρτη, επισκεφτήκαμε τη γειτονική Πούρλια, τους Παλιούς Πόρους όπως λέμε σήμερα. Οδηγηθήκαμε εκεί από τη γνωριμία του γράφοντα με το γυμναστή και Σχολικό Σύμβουλο Φυσικής Αγωγής κ. Κώστα Μπουζιώτα ο οποίος μας βεβαίωσε ότι η καταγωγή του κρατάει από την Καλλιπεύκη. Έτσι λοιπόν, βρεθήκαμε στους Παλιούς Πόρους όπου κατοικούν μόνο εφτά άνθρωποι μεταξύ των οποίων και ο Κώστας Μπουζιώτας, θείος του γυμναστή, με τη γυναίκα του Βασιλική. Η υποδοχή και η φιλοξενία τους ήταν εγκάρδια αν και η ώρα ήταν λίγο ακατάλληλη. Η κυρά Βασιλική μας κέρασε τσιπουράκι, και σε λίγο, ο κυρ Κώστας άρχισε να μας εξιστορεί τα σχετικά με την οικογένειά του. Ας τον απολαύσουμε.

019_Mpousiotas

«Ο παππούς μου είχε άλλα δύο αδέρφια και κατέβηκαν εδώ από την Καλλιπεύκη στα 1880 περίπου ίσως και λίγο νωρίτερα. Τον παππού μου τον έλεγαν Κανάκη και τα αδέρφια του Γιάννη και Κων/νο. Ο Κων/νος λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και οι άλλοι δύο έμειναν μόνιμα εδώ. Ο Γιάννης γέρασε εδώ στην Πούρλια και πέθανε. Έκανε παιδιά το Στέργιο και το Γιώργο τα οποία έχουν πεθάνει τώρα σχεδόν όλα. Ο Παππούς μου ο Κανάκης είχε παντρευτεί εδώ με την Ελένη Ρουμπιέ. Η οικογένεια Ρουμπιέ ήταν από τη Μάνη αλλά, ποιος ξέρει πώς ξέπεσε εδώ. Ο παππούς μου έκανε δυο παιδιά. Το Γιώργο τον πατέρα μου και την Παρασκευή η οποία είχε παντρευτεί με το Βασίλειο Γουζέλη και έκανε μεγάλη οικογένεια. Τα παιδιά της ήταν εδώ κτηνοτρόφοι. Άλλα από αυτά σκοτώθηκαν στον Εμφύλιο και ένα στην Κατοχή από νάρκη. Τα υπόλοιπα σκόρπισαν εδώ στη γύρω περιοχή.

Ο πατέρας μου ο Γιώργος παντρεύτηκε με τη Λεμονιά Μιχοπούλου από εδώ τους Πόρους και ήταν κόρη τσέλιγκα. Μαζί απόκτησαν εφτά παιδιά. Τον Αριστείδη που τώρα είναι πεθαμένος, τη Φεβρωνία η οποία ζει στη Λάρισα, έχει μια κόρη παντρεμένη και είναι πάνω από 90 ετών, την Ολυμπία που έχει πεθάνει και αυτή, τον Αλέξανδρο που ζει, το Δημήτρη που έχει πεθάνει, το Βασίλη που βρίσκεται στην Αυστραλία και εμένα τον τελευταίο που γεννήθηκα το 1936. Ο πατέρας μου είχε γεννηθεί το 1882 με 1883 και ο πρώτος αδερφός μου ο Αριστείδης είχε γεννηθεί το 1912, τότε που έφυγαν από εδώ οι Τούρκοι.

Όπως μου έλεγε ο πατέρας μου, το παλιό και κανονικό μας επίθετο ήταν Διαμαντής. Τώρα λεγόμαστε Μπουζιώτας. Όπως γνωρίζω, πάλι από τον πατέρα μου, ο προππάπος μου πήγαινε σε κάποιο δάσκαλο της εποχής εκείνης (εκατονταετία του 1800), ή σε κάποιον άλλο που ήξερε γράμματα για να μάθει και αυτός να διαβάζει και να γράφει. Και όταν ο δάσκαλος του έλεγε να προφέρει το γράμμα γιώτα (ι), αυτός έλεγε αντί για γιώτα, μπζιώτα. Και εξαιτίας αυτού του γεγονότος, πήραμε το παρατσούκλι Μπζιώτας (Μπουζιώτας).

Εγώ παντρεύτηκα το 1961 με τη Βασιλική Μάγκα από τον Πυργετό, αλλά ο πατέρας της, Μάγκας Ευάγγελος είχε γεννηθεί εδώ στην Πούρλια. Η μάνα της ήταν από την Κρανιά. Αποκτήσαμε τέσσερα παιδιά. Τη Λεμονιά που μένει στη Λάρισα, δεύτερο το Γιώργο που μένει στην Κατερίνη και πηγαινοέρχεται στους Νέους Πόρους γιατί νοικιάζει δωμάτια, τη Μαρία που μένει στους Νέους Πόρους  και την Αργυρούλα που σπούδασε, μένει και αυτή στους Νέους Πόρους και είναι ανύπανδρη.  Όλη η οικογένειά μου, προππάποι, παππούδες, πατέρας και εγώ, ήταν κτηνοτρόφοι. Τώρα εδώ, στους Παλιούς Πόρους, μένω εγώ με την κυρά μου και άλλοι 5 άνθρωποι. Εγώ είμαι ο μοναδικός κτηνοτρόφος με καμιά 150 γίδια περίπου. Όσο είμαστε γεροί, θα τα κρατούμε.

Τον παππού μου τον Κανάκη που είχε γεννηθεί στην Καλλιπεύκη, τον σκότωσε το άλογο. Πήγε στο Παζάρι της Λάρισας και αγόρασε ένα άλογο Είχε αγοράσει και ένα φτσέλι και το κρέμασε στο σαμάρι. Το τραβούσε από το καπίστρι και ξεκίνησε για να φύγει. Το φτσέλι φαίνεται πως έκανε κάποιο θόρυβο και το άλογο σκιάχτηκε. Εξαγριώθηκε και δεν ξέρω πώς, τον σκότωσε. Αλλά μόλις το είχε αγοράσει, ένας σαρακατσιάνος που τον είδε, του είπε: «Πατριώτη, να προσέχεις, γιατί το άλογο είναι τσιφτιλίδικο. Θα σε σκοτώσει.». Τότε, δεν πρόλαβε να πάει λίγα μέτρα και τον σκότωσε. Αυτό έγινε το 1917 γιατί ο αδερφός μου ο Αριστείδης ήταν τότε πέντε χρονών παιδί.

Σήμερα Μπουζιωταίοι υπάρχουν στους Νέους Πόρους, στην Κατερίνη, στην Αυστραλία, στην Αθήνα και στην Κρήτη. Στην Αθήνα ζούνε τα εγγόνια του Κώστα που είχε εγκατασταθεί εκεί αλλά δεν είχαμε σχέσεις και δεν γνωρίζω πολλά πράγματα γι’ αυτούς. Στην Κρήτη ζει κάποιος Κώστας Μπουζιώτας επίσης. Εμένα με βάφτισαν Κώστα γιατί γεννήθηκα του Αγίου Κων/νου. Αλλά με φωνάζουν και Κανάκη στον παππού μου. Εδώ στην Πούρλια μας φωνάζουν Ζιριώτες (Καλλιπευκιώτες) και λένε πως είμαστε «γερά κόκαλα».

Κάποιος καθηγητής που κατάγεται από εδώ την Πούρλια και λέγεται Μιχάλης Παπαμιχαήλ, γράφει ένα βιβλίο. Ήρθε εδώ και μου είπε ότι η γενιά μας έχει συγγένεια με τους Διαμανταίους που ήταν οπλαρχηγοί του Ολύμπου. Έτσι έχει με λίγα λόγια η ιστορία της οικογενείας μου και το καλοκαίρι θα έρθω καμιά βόλτα στην Καλλιπεύκη για να γνωρίσω τους συγγενείς μας. Γνωρίζω αρκετούς Καλλιπευκιώτες. Το Νίκο τον Γκουγκουλιά που έχει γελάδια, το Νίκο το Μασούρα (Γιαννακό) που τον γνώρισα εδώ και πολλά χρόνια και άλλους. Θα σου δώσω και ένα μπουκάλι τσίπουρο για το Μασούρα το Νίκο για χαιρετίσματα».

Ευχαριστούμε τον Κώστα Μπουζιώτα που μας καλοδέχτηκε και μας διηγήθηκε την ιστορία της οικογένειά του. Είναι και αυτός ένας από τους απανταχού Καλλιπευκιώτες που ακόμη ψάχνουμε να βρούμε. Και, όπως φαίνεται, είναι πολλοί ακόμη. Επίσης να πούμε ότι ο Κώστας ήρθε δύο φορές το καλοκαίρι στην Καλλιπεύκη για να γνωρίσει τους συγγενείς του. Μπόρεσε να γνωρίσει μόνο την οικογένεια του Γιώργου Μιχαήλ. 

Παρατηρήσεις:
α) Οι Μπουζιωταίοι της Πούρλιας πρέπει να είχαν συγγένεια με τους Διαμανταίους, τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου που συμμετείχαν στην αποτυχημένη Επανάσταση του Ολύμπου το 1854.

β) Σίγουρα είναι συγγενείς με την οικογένεια Μιχαήλ της Καλλιπεύκης, γιατί ο προππάπος του Γιώργου Μιχαήλ και του μακαρίτη του Μήτρου, είχε παντρέψει την αδερφή του στην Πούρλια με κάποιον Ρουμπιέ. Από την οικογένεια Ρουμπιέ είχε πάρει γυναίκα και ο παππούς του Κώστα Μπουζιώτα, ο Κανάκης. Επίσης, στην Καλλιπεύκη ζούσε και ο Νικόλαος Διαμαντής που είχε τρία κορίτσια. Τη Γιαννούλα, μάνα του Νάσιου Κατσιούλα. Την Αγόρω, γυναίκα του Στέργιου Μιχαήλ. Τη Σταματία Μπουρονίκου (γιαγιά Τηλιλού) και την Κατερίνα, γυναίκα του Βασίλη Δαούτη από τους Γόννους. Εξάλλου, μέχρι που ζούσαν όλες αυτές, τις κορόιδευαν «Μπζιωτούσσες».

γ) Δεν γνωρίζουμε τι συγγένεια μπορεί να είχαν ο Νικόλαος Διαμαντής της Καλλιπεύκης με αυτόν το Ν. Διαμαντή τον οπλαρχηγό του Ολύμπου. Ο Διαμαντής της Καλλιεύκης ήταν γεννημένος το 1870 περίπου και σίγουρα δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο.

δ) Να προσθέσουμε ότι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πολλοί έλληνες, όταν άλλαζαν τόπο διαμονής, άλλαζαν και το επίθετό τους για λόγους ασφαλείας διότι οι περισσότεροι από αυτούς είτε συμμετείχαν σε κάποιο επαναστατικό κίνημα είτε έκαναν φόνους κλπ.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

018_Giannakis10

Ο Γιάννης Γιαννακής με την οικογένειά του

  017_Giannakis9 016_Giannakis8

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρήστος και Μαρουσιάνα Γιαννακή

015_Giannakis7

012_Giannakis4

 Περιφορά της «Παναγίας” (Κ. Ντούρος, Ελ. Μασούρα, Μαρ. Γιαννακή) – Ελ. Παπαστεργιού – Γκουντουβά, Στ. Γιαννακή, Ευγ. Τσιούγκου

 

014_Giannakis6

011_Giannakis3

013_Giannakis5

010_Giannakis2

009_Giannakis1

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Για τον Τάσο Καλούση

ΠΕΘΑΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

 

Στις 15/9/2007 πέθανε ο αγαπητός μας Τάσος Καλούσης (Αναστάσιος).  Όπως κάθε μέρα και εκείνο το Σάββατο του Σεπτεμβρίου, ο Τάσος γύρω στις 6,30πμ έφυγε να πάει στη δουλειά του. Εκεί δεν έφτασε ποτέ. Μόλις είχε περπατήσει λίγα χιλιόμετρα με το αυτοκίνητό του στον Πλαταμώνα, στην Εθνική οδό Αθήνας Θεσσαλονίκης, ήταν μια νταλίκα και δίπλα της ήταν ένα άλογο σκοτωμένο.

Φτάνοντας ο Τάσος φαίνεται ότι δεν το αντιλήφθηκε και έγινε μια σφοδρή σύγκρουση, όπου ο Τάσος με το αυτοκίνητο του ανατράπηκαν και πετάχτηκε έξω από το οδόστρωμα. Σε κείνο το σημείο ο αγαπητός μας Τάσος σκοτώθηκε κι έτσι δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του.  Αυτό ήταν το τελευταίο ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Περιγράφω μερικά στοιχεία:

Ο Τάσος Καλούσης γεννήθηκε το 1965στο χωριό Καλλιπεύκη Λάρισας .Εκεί μεγάλωσε, εκεί πήγε στο Δημοτικό Σχολείο ενώ το Γυμνάσιο το έκανε στους Γόννους.  Άρχισε να δουλεύει από τα 15 χρόνια. Πρώτα στο Δασαρχείο και μετά στην επιχείρηση του Γκουρμπαλή.

Είχε προσωπικότητα, ήταν εξοπλισμένος με τα πιο καλά χαρίσματα-προσόντα και ελαττώματα. Ήταν σεβαστός, ειλικρινής, πολύ μπεσαλής, ήταν αλληλέγγυος και πολύ φιλότιμος.  Είχε μια προσωπικότητα κοινωνική και πολύ φιλότιμη.  Έμπαινε στα κέντρα με τις παρέες του και δεν άφηνε κανέναν να πληρώσει από την παρέα του. Ο Τάσος είχε έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Δεν ήταν μόνο καλός επιχειρηματίας αλλά και καλός σύζυγος, καλός πατέρας, καλός γείτονας, καλός συγγενής και ήταν πολύ χαμογελαστός.  Ο Τάσος παντρεύτηκε το 1991 με την Άννα Τζιουβάρα.  Αποκτήσαν ένα παιδί το Στέλιο.  Έκαναν ένα γάμο πετυχημένο. Ήταν μια οικογένεια πολύ καλή. Το παιδί μεγαλώνει με άφθονη αγάπη και φροντίδα. Ο Τάσος ήταν γλεντζές. Πήγαινε στα πανηγύρια, πήγαινε στα καφενεία, πήγαινε στα κέντρα. Όμως καμιά φορά δεν έκανε φασαρία, ούτε μάλωνε με κάποιον για να δημιουργήσει συγκρούσεις. Πήγαινε στις εκδηλώσεις που οργάνωναν οι Σύλλογοι. Αυτό αποδεικνύει ότι ο Τάσος ήταν πολιτισμένος και με κουλτούρα.

Ο Τάσος είχε πολλές γνώσεις στην επιχείρηση του και ασφαλώς ήταν πολύ έμπειρος, ήταν γνωστός σε όλη τη περιοχή του νομού Λάρισας  και τον εμπιστευόταν. Ο Τάσος είχε επιχείρηση με 15-20 εργάτες και ασχολούνταν ο ίδιος με αυτούς. Τον αγαπούσαν πολύ. Οι εργάτες εκείνοι έκλαιγαν πιο πολύ στην κηδεία του από τους συγγενείς του Τάσου. Οι ανώτεροί του τον έστελναν και στο εξωτερικό για προμήθειες μηχανημάτων. Ήταν στην Γερμανία, στην Ολλανδία, στο Βέλγιο και άλλες χώρες. Αυτό ήταν ακόμη μια απόδειξη ότι ήταν ένας άνθρωπος της εμπιστοσύνης.

Όταν είχε 10 με 15 μέρες ελεύθερες προτιμούσε να ανεβαίνει στο χωριό παρά να πάει στη παραλία. Ο Τάσος πέθανε στην οδό Θεσσαλονίκης Αθήνας. Ο θάνατός του ήταν πολύ πρόωρος. Ο χάρος ήρθε και τον πήρε στα γρήγορα, ήταν πολύ θρασύς. Αδίκως έστησε καρτέρι ή ενέδρα όπως το λένε στρατιωτικά. Του την είχε στημένη από πολύ καιρό. Τον παρακολουθούσε πολύ. Και τώρα βρήκε την ευκαιρία στην εθνική οδό Αθήνας Θεσσαλονίκης με μια νταλίκα και ένα σκοτωμένο άλογο. Ο χάρος, χωρίς να σκεφτεί τον Τάσο, την γυναίκα του Άννα, το γιο του Στέλιο, εμάς όλους, αυτούς που ήρθαν στην κηδεία, και άλλους που δεν μπόρεσαν να έρθουν, τον πήρε μαζί του. Τον χαιρέτησαν για το τελευταίο ταξίδι. Κι έτσι έφυγε. Και μας λύπησε εμάς όλους, που τόσο τον αγαπήσαμε…

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2007. Η κηδεία έγινε στον Άγιο Παντελεήμονα και η ταφή στην Καλλιπεύκη.

Όποιος ταξιδέψει Πλαταμώνα – Καλλιπεύκη θα είναι ένα φυσικό περιβάλλον φανταστικό. Στην απόσταση Άγιος Παντελεήμονας – Καλλιπεύκη ο δρόμος γύρω στα 21-22 χλμ είναι ένα δάσος πανέμορφο με δέντρα και βλάστηση. Αρχίζει από κάτω με κουμαριές, καστανιές, οξιές, ιταμούς, βελανιδιές, πεύκα, έλατα. Έχει και άλλα πολλά δέντρα. Έχει πυκνή βλάστηση. Όλη η διαδρομή γίνεται κάτω στον ίσκιο τον παχύ . Αυτή τη διαδρομή περνούσε τακτικά. Αυτή την έκανε ο Τάσος και στις 16 Σεπτεμβρίου 2007, όταν το αποχαιρετήσαμε όλοι. Ο κόσμος κοιτούσε το ταξίδι και έλεγε πως αυτό το ταξίδι ήταν το τελευταίο του…

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει τον Τάσο στο χωριό του Καλλιπεύκη που τόσο αγάπησε και λάτρεψε. Αμήν.

 

  Κούσιος Απόστολος

12/10/2007

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

 

 

«Μαθαίνω να κυκλοφορώ με ασφάλεια» και «Μικροί καλλιτέχνες σε δράση»

Παρουσιάστηκαν οι νέες πολυμεσικές εφαρμογές «Μαθαίνω να κυκλοφορώ με ασφάλεια» και «Μικροί καλλιτέχνες σε δράση»

 

Στο Χώρο Τεχνών Δήμου Βέροιας, στα πλαίσια της Ημέρας ΑμΕΑ, και στην εκδήλωση με θέμα «ακούω, βλέπω, παίζω, μαθαίνω και δημιουργώ με τον Η/Υ», που έγινε στις 28-11-07 και ήταν μια συνεργασία του Δήμου Βέροιας και του Σχολείου Ειδικής Αγωγής Βέροιας.

Μια εκδήλωση στην οποία συμμετείχαν δυο δικοί μας άνθρωποι, δυο πατριώτες μας, ο Στέργιος Παπαστεργίου, Αντιδήμαρχος Παιδείας Δήμου Βέροιας και ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Δάσκαλος – Διευθυντής του Σχολείου Ειδικής Αγωγής Βέροιας, που στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία (την παρακολουθήσαν περισσότερα από 550 άτομα).

Τα θερμά μας συγχαρητήρια στην ομάδα δημιουργίας (Χρήστος Μπίτσης, Δάσκαλος, Γρηγόρης Ίτσκος, Δάσκαλος, Παύλος Ακριτίδης, Δάσκαλος,  Ιουλία Δήμου, Δασκάλα, Χριστίνα Παπαϊωάννου, Γραφίστρια, Βαλεντίνη Παυλίδου, Φοιτήτρια Σχολής Νηπιαγωγών, Παγκράτης Παυλίδης, Δάσκαλος και Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Δάσκαλος), στα παιδιά του Σχολείου Ειδικής Αγωγής Βέροιας, που συγκίνησαν και γοήτευσαν όλους και στους δυο άξιους πατριώτες μας.

037_Papaioammou

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ