Monthly Archives: Νοέμβριος 2015
Δήμος Τεμπών – Ο Δήμος μας – Αντιδήμαρχος ο Θωμάς Τσιαπλές
Δήμος Τεμπών – Ο Δήμος μας
Ο Δήμος μας, ο Δήμος Τεμπών πλέον, στον οποίο ανήκει και το χωριό μας, με είκοσι και πλέον χιλιάδες κατοίκους και μια τεράστια περιοχή, που εκτείνεται από τη Βιομηχανική Ζώνη μέχρι τη Θάλασσα και τον Κάτω Όλυμπο, έχει όλες τις προϋπόθεσης για να γίνει ένα Δήμος, με όλα όσα θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος για το καλό όλων των δημοτών του αλλά και για τους επισκέπτες του.
Κάμπος, βουνό, θάλασσα! Παραλίες, ορεινά μονοπάτια, δάση! Εθνική οδός! Βιομηχανική περιοχή! Ιστορία! Και… την ομορφότερη κοιλάδα της Ευρώπης, την κοιλάδα των Τεμπών!
Έχει όλες τις προϋποθέσεις για βελτίωση, ανάπτυξη, θέσεις εργασίας. Έχει επίσης (πρέπει να έχει) και έσοδα όχι μόνο από τα ανταποδοτικά τέλη αλλά και από τη βιομηχανική περιοχή και την εθνική οδό.
Αγαπητοί, Δημοτικοί Σύμβουλοι, αγαπητοί Τοπικοί Σύμβουλοι, αγαπητέ Δήμαρχε, βρίσκεστε εκεί με δική σας επιλογή! Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Είναι για σας (και για όλους μας βέβαια), μια μεγάλη πρόκληση. Υπάρχουν οι προϋποθέσεις! Πέρα από την όποια υποστήριξη από την κεντρική εξουσία, η οποία απ’ ότι φαίνεται δεν θα είναι αυτή που πρέπει, πέρα από τις οργανωτικές δυσκολίες που σίγουρα θα βρίσκετε συνέχεια μπροστά σας, πέρα από τις όποιες αδυναμίες του «Καλλικράτη», η πρόκληση παραμένει και μέλλει να δείξετε μέσα από τα έργα σας, την αγάπη σας για το Δήμο και για όλους τους δημότες του. Μέλλει να τιμήσετε την επιλογή σας. Δεν θα σας υποδείξουμε τι και πως. Υπενθυμίζουμε απλά πως το καλύτερο αποτέλεσμα, βγαίνει μέσα από σχέδιο και προγραμματισμό, από μελέτη, καταγραφή και ανάδειξη, από στόχους, στόχους βραχυχρόνιους και μακροπρόθεσμους και από (στο μέτρο του δυνατού) σωστή ιεράρχηση.
Σαν Δ.Σ. του Μ.Ε.Σ.Α.Κ. «Η ΠΑΤΩΜΕΝΗ», σας ευχόμαστε κάθε επιτυχία και σας υποσχόμαστε πως θα είμαστε δίπλα σας όπου και όταν χρειαστεί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα είμαστε και απέναντι αν χρειαστεί.
Αντιδήμαρχος ο Θωμάς Τσιαπλές
Τη θέση του Αντιδημάρχου, έδωσε στον πατριώτη μας και πρόεδρο του Συλλόγου μας ο Δήμαρχος κ. Κολλάτος Κώστας. Τη θέση του Αντιδημάρχου, με αρμοδιότητες καθαριότητας κλπ και βάση έδρα το πρώην Δημαρχείο Γόννων.
Θωμά, το έργο που ανέλαβες δεν θα είναι εύκολο. Γνωρίζουμε την εργατικότητά σου, την καλή σου διάθεση και την αγάπη σου για το χωριό μας και για το Δήμο. Θα είμαστε όλοι δίπλα σου και σου ευχόμαστε κάθε επιτυχία.
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΣ
Στις 16 Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε ο ετήσιος χορός του Συλλόγου μας στο κέντρο « Ακρόπολις» στον Αμπελώνα. Οι πατριώτες μας για μια ακόμη χρονιά έδωσαν το παρόν και τους ευχαριστούμε θερμά. Μικρότερη συμμετοχή από όλες τις χρονιές είχαμε φέτος. Φαίνεται η κρίση μας επηρέασε για τα καλά. Ας ελπίσουμε ότι η πατρίδα μας θα βγει γρήγορα από την κρίση .
Παραβρέθηκαν ο Γενικός Γραμματέας του ΠΑΣΟΚ κ. Βασίλειος Έξαρχος, ο Δήμαρχος Τεμπών κ. Κώστας Κολλάτος, ο πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου κ. Αναστάσιος Κούσιος, ο Διοικητής της Τροχαίας κ. Σεραφείμ Καφετζής, ο πρόεδρος του Λαογραφικού Μουσείου Γόννων κ. Βασίλης Καραβιδές, ο κ. Αποστόλης Παπαϊωάννου, πρόεδρος του Συλλόγου Αιμοδοτών Αμπελώνα «Η ΕΛΠΙΔΑ», και σύσσωμο το Δ.Σ. του Μορφωτικού Συλλόγου της Καρυωτών Λάρισας.
ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ
Γράφει ο Νίκος Θεοδοσίου
Πριν δυο περίπου χρόνια ξέσπασε στην Αμερική μεγάλη οικονομική κρίση. Πολύ σύντομα επεκτάθηκε στην Ευρώπη και κυρίως στα αδύναμα κράτη. Θύμα της είναι τώρα και η χώρα μας. Τις συνέπειες αυτής της κρίσης τις βιώνουμε όλοι μας καθημερινά, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο.
Ανεργία και φτώχεια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της. Καθημερινά ακούμε στις τηλεοράσεις για κλείσιμο επιχειρήσεων, για απολύσεις εργαζομένων. Στις πόλεις που ζούμε βλέπουμε μαγαζιά να κλείνουν, βλέπουμε ή ακούμε για ανθρώπους που πεινάνε ή ψάχνουν στα σκουπίδια να βρουν κάτι που δεν είναι… για πέταμα. Ήρθαν δύσκολα χρόνια και όπως είναι φυσικά, μας είναι δύσκολο να το πιστέψουμε και να το αποδεχτούμε.
Τα εισοδήματα διαρκώς μειώνονται, ενώ οι τιμές ανεβαίνουν. Ακούμε συνεχώς για εξωτερικό χρέος, για ελλείμματα, για ακαθάριστο προϊόν, για Δ.Ν.Τ., για αγορές. Οικονομικές γνώσεις θα αποκτήσουμε όλοι. Δωρεάν μαθήματα παραδίδουν οι τηλεοράσεις, αν δεν μας τρελάνουν στο τέλος.
Οι παλιότεροι έχουν να θυμούνται και στο παρελθόν δύσκολα χρόνια. Για πολλούς από εμάς, η κρίση αυτή είναι πρωτόγνωρη.
Ποιες είναι οι αιτίες αυτής της κρίσης;
Ποια είναι η πηγή του κακού;
Κατά τη γνώμη μου η παγκοσμιοποίηση και ο άκρατος φιλελευθερισμός και καπιταλισμός, ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό.
Ο καπιταλισμός ζει, μάλλον, ημέρες δόξας.
Η πολιτική και οι πολιτικοί υποτάχτηκαν στις απαιτήσεις των ισχυρών του χρήματος. Δε βρήκαν τη δύναμη και την τόλμη να αντιταχθούν στις επιδιώξεις τους. Οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης κυριαρχούν ανεξέλεγκτοι και αυτό αποβαίνει σε βάρος των λαών. Ένα πολύ μικρό ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει πάνω από το μισό του παγκόσμιου πλούτου.
Γιατί να μη συμβαίνει το αντίθετο;
Οι πλούσιοι πλουτίζουν διαρκώς και οι φτωχοί φτωχαίνουν περισσότερο.
Βιομηχανικοί κολοσσοί, πολυεθνικές, οικονομικού τραστ, προωθούν τα προϊόντα τους, στις αγορές των χωρών και αυξάνουν συνεχώς τα κέρδη τους. Πολλές φορές καταναλώνουμε προϊόντα πέρα από τις πραγματικές μας ανάγκες ανεβάζοντας το βιοτικό μας επίπεδο. Με δανεικά πολλές φορές!
Οι ισχυροί ωθούν τις κυβερνήσεις να αγοράζουν οπλικά συστήματα υπερτιμολογημένα και «μίζα-ρισμένα», να δανείζονται υπέρογκα ποσά και να τα ξοδεύουν στο βωμό δήθεν της ανάπτυξης των χωρών που όλο έρχεται αλλά με ρυθμούς χελώνας και να ξοδεύουν ακόμη περισσότερα, πέρα από αυτά που αντέχει η κάθε χώρα και ο καθένας μας.
Τραγική συνέπεια όλων αυτών το σημείο μηδέν, θηλιά στο λαιμό των χωρών και των λαών τους. Τεράστιο χρέος που δεν μπορούν ν’ αντέξουν και ο κίνδυνος χρεοκοπίας να πλησιάζει και να τίθεται σε κίνδυνο ακόμα και η εθνική ανεξαρτησία, (σε αυτή την κατάσταση είμαστε και εμείς).
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αυτό είναι η μια πτυχή του προβλήματος. Το νόμισμα όπως ξέρουμε έχει δυο όψεις. Και η άλλη όψη είναι οι αδυναμίες και τα προβλήματα του ελληνικού κράτους. Έχουμε συνειδητοποιήσει, ίσως όχι τελευταία, ότι το κράτος είναι σχεδόν διαλυμένο.
Κάνοντας εύκολη κριτική, λέμε πως για όλα φταίει το κράτος!
Ποιος είναι όμως το κράτος;
Είναι κάτι απρόσωπο;
Είναι μόνο η κυβέρνηση;
Είναι τα κόμματα και οι πολιτικοί;
Είναι…, αλλά όχι μόνο αυτοί!
Κράτος είμαστε όλοι μαζί και οι πολιτικοί και εμείς οι απλοί πολίτες. Και η ευθύνη επιμερίζεται σε όλους μας. Διότι πιστεύω στη λαϊκή ρήση «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι», θεωρώ ότι στους πολιτικούς αναλογεί η μέγιστη ευθύνη και αρκετά μικρότερη σε όλους εμάς.
Οι πολιτικοί παίρνουν τις αποφάσεις, αλλά πώς;
Με προσωπικές στρατηγικές για ίδιον όφελος;
Εξυπηρετώντας ισχυρά συμφέροντα που τους βοήθησαν στην ανέλιξη και ανάδειξη τους;
Εξυπηρετώντας συμφέροντα των επαγγελμάτων τους;
Υποκύπτοντας σε συμφέροντα για αγορές και προμήθειες για τις ανάγκες του κράτους, πολλές φορές με το αζημίωτο, ή αποφασίζουμε πάντα σκεπτόμενοι το λεγόμενο «πολιτικό κόστος»;
Ασφαλώς και δε γενικεύω λέγοντας αυτά. Υπάρχουν κι αυτοί που είναι αξιοπρεπείς και αποφασίζουν με γνώμονα το γενικό συμφέρον. Φοβάμαι όμως, πως στις μέρες μας είναι οι λιγότεροι. Κι αυτό νομίζω δεν είναι πεποίθηση μόνο προσωπική και τα κόμματα όλα δεν έχουν την ίδια ευθύνη.
Αυτά που κυβέρνησαν έχουν τη μέγιστη, αλλά και τα μικρότερα έχουν το μερίδιο τους. Δεν μπορεί πάντα να υπερασπίζονται μαζί με διεκδικήσεις λογικές και κάποιες άλλες παράλογες και υπερβολικές. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να έχουν πάντα λόγο μόνο καταγγελτικό για ό,τι γίνεται, επιβάλλεται να καταθέτουν και ρεαλιστικές προτάσεις και οφείλουν να τις λαμβάνουν υπόψη οι κυβερνήσεις.
Αυτό που συμβαίνει με τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία είναι εκπληκτικό. Το ένα ρίχνει την ευθύνη στο άλλο και όταν είναι στην κυβέρνηση κάνει κυρίως αυτά που κατήγγειλε ως αντιπολίτευση και αντίστροφα.
Άσε, που πολλές φορές μας παρουσιάζουν το άσπρο – μαύρο κι ανάποδα!
Φοβάμαι, πως για όσα συμβαίνουν δε μαθαίνουμε την αλήθεια, ούτε το τριάντα τις εκατό (30%).
Σε κάθε προεκλογική περίοδο, αλλά και για αρκετό διάστημα μετεκλογικά, το κράτος καταρρέει. Η απερχόμενη κυβέρνηση προετοιμάζεται «κατάλληλα» για τις εκλογές και η νέα εφόσον προκύψει, νοιάζεται πώς θα στελεχώσει από την αρχή την κρατική μηχανή. Το κράτος μας, σε πολύ μεγάλο βαθμό, είναι κομματικό.
Η δικαιοσύνη απονέμεται μόνο στους ισχυρούς.
Η διαφθορά είναι τεράστιο πρόβλημα στις μέρες μας. Η πεποίθηση ό,τι αγγίζει πολιτικούς, υπηρεσιακούς παράγοντες αλλά και απλούς υπαλλήλους έχει εδραιωθεί στην ελληνική κοινωνία και αυτό είναι το τραγικότερο. Αρκετά σκάνδαλα έρχονται στην επικαιρότητα χωρίς να τιμωρείται κανείς!
Αλλά και πόσοι από εμάς με τις πρακτικές και τις επιλογές μας δεν κινούμαστε προς την ίδια κατεύθυνση;
Πόσοι ανεχόμαστε ή προσφέρουμε φακελάκι σε γιατρούς για κάποιον «δικό μας»;
Πόσοι καταγγέλλουμε το γεγονός;
Πόσοι «λαδώνουμε» σε κάποιο κρατικό Κ.Τ.Ε.Ο. για να «περάσουμε» κάποιο αυτοκίνητο που έπρεπε «να κοπεί»;
Σίγουρα δεν εξισώνω τέτοιες περιπτώσεις μικρότερης σημασίας μπροστά στα μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς στις ανώτερες βαθμίδες.
Το τραγικό όμως είναι η νοοτροπία που έχει διαμορφωθεί. Αν δεν πληρώσουμε δεν θα εξυπηρετηθούμε και γιατί να εξυπηρετήσουμε αν δεν τα «αρπάξουμε»;
Ή όλα γίνονται αν πληρώσεις, γιατί αν πας με το σταυρό στο χέρι, είσαι «βλάκας».
Ασφαλώς είναι ευθύνη μας όταν ψηφίζουμε πολιτικούς, διότι μας βόλεψαν κι όχι επειδή είναι άξιοι και ικανοί.
Θεωρούμε ότι το κόμμα μας τα κάνει πάντα καλύτερα από τους άλλους και οι πολιτικοί που υποστηρίζουμε είναι οι «καθαρότεροι».
Στην καθημερινή μας ζωή κοιτάζουμε το πρόσκαιρο όφελος χωρίς να σκεφτόμαστε ότι αυτό μπορεί να αποβεί μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα εις βάρος του συνόλου, άρα και εις βάρος των παιδιών μας.
Κατηγορούμε το δημόσιο και τους υπαλλήλους ότι δεν εξυπηρετούν, δεν δουλεύουν και πληρώνονται και όταν εμείς βρεθούμε στη θέση τους αξιοκρατικά ή «με μέσον» συμπεριφερόμαστε με τον ίδιο ή και χειρότερο τρόπο για να δικαιώσουμε αυτή την άποψη.
Σε κάποιες υπηρεσίες, όπως ύδρευσης, βλέπουμε οι εργαζόμενοι να είναι λιγότεροι από τους επιβλέποντες.
Πηγαίνουμε ή δουλεύουμε σε δημόσιες υπηρεσίες, τα φώτα των κτιρίων και τα καλοριφέρ είναι όλα ανοιχτά, είτε χρειάζονται είτε όχι και κανείς δε νοιάζεται, επειδή νομίζουμε πως πληρώνει το κράτος, ενώ έμμεσα πληρώνουμε εμείς.
Στις δουλειές μας θέλουμε να είμαστε αφεντικά και παίρνουμε εργάτες, κυρίως αλλοδαπούς, για τις «βαριές δουλειές». Μειώσαμε στο ελάχιστο την παραγωγικότητα μας.
Σε πόσες ακόμα περιπτώσεις, που δε μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο νου, δε βιώνουμε και δεν ακούμε καθημερινά.
Δείχνουν όλα αυτά μια κακή, μια λάθος νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας. Ο καθένας νοιάζεται για το συμφέρον του και μόνο. Έχουν χαθεί οι αξίες της φυλής και της παράδοσης μας.
Οι γνώσεις μου περί των οικονομικών, δε με βοηθούν να έχω άποψη για την επιλογή της Τρόικας, αν ήταν σωστή ή όχι. Εύχομαι να την ξεπεράσουμε αυτή τη μεγάλη δοκιμασία όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Οφείλουν οι πολιτικοί μας, τα κόμματα και η κυβέρνηση να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ν’ αποβάλλουν κάθε αρνητικό στοιχείο από μέσα τους. Να πάρουν εκείνες τις πρωτοβουλίες και αποφάσεις και να κάνουν εκείνες τις διπλωματικές κινήσεις που θα βγάλουν τη χώρα μας από το μεγάλο τούνελ, πέρα από κάθε μικροκομματική σκοπιμότητα. Αν θέλουν να τους γράψει η ιστορία με θετικό πρόσημο.
Αν δεν θέλουν ή δεν μπορούν ας τους δείξουμε εμείς το δρόμο. Ας τους ξεπεράσουμε.
Ας αφήσουμε στην άκρη κάθε συμπεριφορά ή νοοτροπία που αποβαίνει σε βάρος του συνόλου και του κράτους και άρα μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα σε βάρος μας.
Ας σταματήσουμε να νομίζουμε ότι κάποιος άλλος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα ή να λέμε «εγώ θα σώσω το κράτος» και να μην ξεχνάμε ότι το κράτος είμαστε εμείς.
Αν ο καθένας μας προσπαθήσει, τότε ναι, όλοι μαζί μπορεί και να το σώσουμε!
Είναι ίσως η μόνη μας ελπίδα!!!
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ
1 Τσιακάλης Κων/νος του Δημητρίου 20 Ευρώ
2 Μαντάς Στέργιος 100 δολάρια Καναδά
3 Παπαδούλης Απόστολος 100 » »
4 Κυλινδρης Θεόπιστος 100 »
5 Σαλαμπάσης Νικόλαος 100 »
6 Γκουντουβάς Ιωάννης 50 »
7 Μουστακά Βασιλική 50 »
8 Παπαδόντα Παρασκευή 20 Ευρώ
9 Παπαδάντα Μαρίκα 15 Ευρώ
10 Καλαμίδας Γεώργιος 10 Ευρώ
11 Τουφεξής Νικόλαος 30 Ευρώ
12 Κούσιου Αλεξάκη Ευαγγεία 20 Ευρώ
ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ – ΤΗΛΕΦΩΝΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΑΣ
Δήμαρχος: Κωνσταντίννος Κολλάτος 24953-50408
Δημοτική Ενότητα Μακρυχωρίου 24953-50400
Δημοτική Ενότητα Γόννων 24953-50100
Δημοτική Ενότητα Κάτω Ολύμπου 24953-50300
Δημοτική Ενότητα Νέσσωνος 24953-50500
Δημοτική Ενότητα Αμπελακίων 24950-93349
ΓΕΛΙΟ
Ένα ζευγάρι από την Ελλάδα αποφάσισε να πάει διακοπές στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Γερμανία για να ξεφύγουν λίγο. Είχαν κανονίσει να μείνουν στο ίδιο ξενοδοχείο που πέρασαν το μήνα του μέλιτος. Επειδή και οι δύο είχαν δουλειές, φύγανε διαφορετικές μέρες ο άντρας την Τετάρτη και η γυναίκα την Πέμπτη.
Ο άντρας φτάνει λοιπόν στο ξενοδοχείο, πάει στο δωμάτιο και βλέπει πως πλέον υπάρχει laptop με σύνδεση στο intrnet. Αποφασίζει να στείλει e-mail στη γυναίκα του. Κατά λάθος ξεχνάει ένα γράμμα από την ηλεκτρονική διεύθυνση και το στέλνει χωρίς να το καταλάβει τι έκανε σε μια χήρα.
Αυτή μόλις έχει γυρίσει από την κηδεία του άντρα της και τσεκάρει για mail από φίλους και συγγενείς. Μόλις διαβάζει το πρώτο λιποθυμάει. Ο γιος της μπαίνει στο δωμάτιο, βρίσκει τη μητέρα στο πάτωμα και κοιτάει την οθόνη του υπολογιστή.
Το μήνυμα έγραφε:
Προς: την αγαπημένη μου γυναίκα.
Θέμα: Έφτασα
Ξέρω πως εκπλήσσεσαι που παίρνεις mail από μένα.
Έχουν πλέον laptop πλέον εδώ και μπορείς να στείλεις όπου θέλεις.
Μόλις έφτασα και μπήκα μέσα.
Όλα είναι έτοιμα για σένα που θάρθεις αύριο. Ανυπομονώ να σε δω.
Ελπίζω να έχεις το ίδιο καλό ταξίδι με μένα .
Υ.Γ.
ΠΟΛΥ ΖΕΣΤΗ ΕΔΩ ΚΑΤΩ!
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ
Κύριε αντιδήμαρχε και πρόεδρε του ΜΕΣΑΚ, Θωμά Τσιαπλέ,
Ο λόγος που σας γράφω είναι να εκφράσω τα παρακάτω παράπονά μου.
Κάθε χρόνο η οικογένειά μου και εγώ κάνουμε Απόκριες στο χωριό μας την Καλλιπεύκη. Έτσι και φέτος αποφασίσαμε να πάμε στο χωριό μας για Απόκριες. Πριν όμως ανέβουμε έκανα μερικά τηλέφωνα σε χωριανούς μου για να μάθω αν ο δρόμος Πλαταμώνα-Καλλιπεύκη είναι ανοιχτός. Με πληροφορήσανε ότι δεν περνάει γιατί έχει χιόνι και δεν καθαρίστηκε. Έτσι αποφάσισα να πάω από μπροστά, δηλαδή από τους Γόννους. Όταν έφτασα στο χωριό έμεινα έκπληκτος βλέποντας ότι δεν είχε χιόνι και ρωτώντας τους χωριανούς μου είπανε ότι μέσα στο δάσος προς Πλαταμώνα έχει περίπου 40 πόντους χιόνι και δεν καθάρισε κανείς το δρόμο από τους υπεύθυνους του Δήμου Τεμπών και της πρώην νομαρχίας.
Εδώ και 18 χρόνια που μένω στη Θεσσαλονίκη σπάνια αυτόν τον δρόμο τον βρήκα κλειστό, μόνο όταν είχε πάρα πολύ χιόνι και άστατο καιρό. Αυτό το πρόβλημα με την διαδρομή το αντιμετώπισαν άλλες τρεις οικογένειες Καλλιπευκιωτών που μένουν Θεσσαλονίκη και η μεγαλύτερη αγανάκτηση μας ήταν τα διόδια που επιβαρυνθήκαμε πηγαίνοντας από τους Γόννους και συνάμα ο επιπλέον χρόνος διαδρομής.
Τελικά που είναι το ενδιαφέρον αυτόν των ανθρώπων που πρόσφατα εκλέχτηκαν για το χωριό μας;
Την Καθαρά Δευτέρα αναγκασμένοι να περάσουμε πάλι από τους Γόννους συνάντησα τον Αντιδήμαρχο Θωμά Τσιαπλέ και τον ρώτησα γιατί δεν καθαρίστηκε ο δρόμος Καλλιπεύκης –Πλαταμώνα. Η απάντησή του ήταν ότι δεν υπάρχουν χρήματα και ότι το μηχάνημα της πρώην Νομαρχίας απαγορεύεται να καθαρίζει δασικούς δρόμους. Δηλαδή κύριε Αντιδήμαρχε τα προηγούμενα χρόνια και ειδικά πέρυσι ήταν εθνικός δρόμος με το πρόβλημα των Τεμπών και φέτος άλλαξε;
Θα ήθελα να μάθω εφόσον δεν υπάρχουν χρήματα, το εκχιονιστικό μηχάνημα του πρώην Δήμου Γόννων πού είναι για να ανοίγει τους δρόμους; Εάν συνέβαινε κάτι στην διαδρομή Καλλιπεύκης-Γόννων, δηλαδή αν έπεφτε ένας βράχος και έκλεινε το δρόμο θα τον αφήνατε κλειστό λόγο έλλειψης χρημάτων;
Κάποτε διάβαζα στην εφημερίδα του Συλλόγου μας ιδέες και προτάσεις για την πρόοδο του χωριού μας, δηλαδή να έχουμε ανοιχτούς δρόμους το χειμώνα, καθαρό χωριό για να έρχονται επισκέπτες και όχι μόνο αλλά να κρατάμε τις παραδόσεις και τα έθιμα του χωριού μας . Πού πήγαν αυτοί οι αρθρογράφοι και οι φωτογράφοι; Μόνο τις γούρνες των δρόμων μετρούσαν;
Τα παιδιά πάλι φέτος τις Απόκριες κάνανε το καθήκον τους και κράτησαν το έθιμο της φωτιάς και του καρναβαλιού και τιμή τους για αυτό. Γιατί φέτος τους ξέχασε ο φωτογράφος;
Εδώ νομίζω ότι ταιριάζει η παρακάτω παροιμία για όλους μας.
«Έξω από το χορό πολλά τραγούδια λέμε,
Μόλις μπούμε μέσα, πόσα;»
Παρακαλώ να δημοσιευτεί το e-mail μου άμεσα στο επόμενη έκδοση της εφημερίδας.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΙΚΡΙΚΑΣ
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ
Από τον Κ. Καλούση, Συνταξιούχο / Εκπαιδευτικό, Πρόεδρο του Συλλόγου Θεσσαλών Αργολίδας.
Στις 12 Φεβρουαρίου 2011, μέρα Σάββατο βράδυ, πραγματοποιήθηκε στο κέντρο ROYAL PANTASIS, στη Δαλαμανάρα, λίγο έξω από το Άργος και επί του δρόμου Άργους – Ναυπλίου, ο ετήσιος χορός των Θεσσαλών Αργολίδας.
Ο χορός των Θεσσαλών διοργανώθηκε φυσικά με πρωτοβουλία του 7/μελούς Δ. Σ. στο οποίο ανήκει και ο Κώστας Καλούσης, ως Πρόεδρος.
Ο Κ. Καλούσης είναι πατριώτης μας, έφυγε όμως πολύ μικρός σε ηλικία, μόλις 7 χρονών, από το χωριό και γι’ αυτό ίσως δεν τον γνωρίζουν οι περισσότεροι και ιδιαίτερα οι πολύ μικρότεροί του.
Ο Κ. Καλούσης είναι σήμερα Συνταξιούχος Εκπαιδευτικός και ζει με την οικογένειά του στο Άργος.
Αυτή τη φορά ο Κ. Καλούσης επωφελήθηκε από την ιδιότητα του Προέδρου και κάλεσε τον αγαπητό του ανιψιό, το γνωστό σε όλους μας Καλλιτέχνη – τραγουδιστή, Θανάση Καλούση του Αστερίου με το δημοτικό και λαϊκό συγκρότημά του, για να λαμπρύνει με την παρουσία του και το πλούσιο ρεπερτόριό του την καθ’ όλα εξαιρετική εκδήλωση του χορού των θεσσαλών Αργολίδας.
Η όλη εκδήλωση, μπορούμε να πούμε ότι στέφθηκε από επιτυχία.Ο κόσμος, στην πλειοψηφία του τουλάχιστον, έμεινε ευχαριστημένος, κυρίως σε ό,τι αφορά την οργάνωση, το μενού (φαγητό) και τη διασκέδαση.
Σχεδόν όλοι τους είχαν να πουν ένα καλό λόγο, καθώς αποχωρούσαν, για την ωραία βραδιά που πέρασαν μαζί μας και μας καληνυχτούσαν με τα καλύτερα λόγια και τις καλύτερες ευχές…!
Στην επιτυχία της εκδήλωσης συνέβαλε τα μέγιστα ασφαλώς και η παρουσία του δημοτικού και λαϊκού συγκροτήματος, του οποίου επι κεφαλής ήταν ο καθ’ όλα αγαπητός μου και γνωστός σ’ όλους τους Καλλιπευκιώτες, ανιψιός μου Θανάσης Καλούσης, γιος του μεγαλύτερου αδελφού μου Στέργιου και αδελφός του αλησμόνητου και αδικοχαμένου Τάσου.
Τον ανιψιό μου πλαισίωναν ο πασίγνωστος Κ. Καρακώστας με το κλαρίνο, η Δέσποινα Σωτηρουλη στο Λαϊκό κυρίως και δημοτικό τραγούδι, ο Μ. Δόυλκας με το μπουζούκι και ο Βαγγέλης Αετόπουλος στο αρμόνιο. Όλοι μαζί αποτελούσαν ένα αρμονικό σύνολο και φρόντισαν να δώσουν τον καλλίτερο εαυτό τους, προκειμένου να ευχαριστήσουν και να διασκεδάσουν τον κόσμο, αλλά και να δικαιώσουν την επιλογή μου να τους καλέσω για να μας διασκεδάσουν.
Κατά γενική ομολογία του κόσμου, που παραβρέθηκε στην εκδήλωση, η ορχήστρα ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις τους και τους χάρισε μια αξέχαστη βραδιά.
Οφείλω να εκθειάσω την παρουσία του ανιψιού μου Θανάση ο οποίος, ειδικά αυτή τη βραδιά και για χάρη μου, έδωσε τον καλύτερό του εαυτό, για να μην πω τα ρέστα του, προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες και τις απαιτήσεις όλων ανεξαιρέτως…!
Από την εκδήλωση αυτή του χορού των Θεσσαλών δε θα μπορούσε ασφαλώς ν’ απουσιάσει ο έτερος των ανιψιών μου και πρώτος ξάδελφος του Θανάση, ο γνωστός σ’ όλους τους Νιζεριώτες Γιώργος Καραμπατής, με την παρέα του. Ως είθισται, ο Γιώργος Καραμπατής ανέλαβε δράση μετά τις δύο τα μεσάνυχτα, αφού αποχώρησαν οι υπόλοιποι, εκτός από την παρέα του, την οικογένειά μου και τ’ αδέλφια μου, την Κατίνα με τον Πολύζο και το Χρίστο. Η παράσταση έλαβε τέλος κατά τις έξι το πρωί της Κυριακής…!
Ο Θανάσης, ακάματος, έκανε επίδειξη των ικανοτήτων του ως τραγουδιστής, αλλά και των αποθεμάτων του σε αντοχή, σωματική και ψυχική!
Συμπερασματικά, η βραδιά αυτή των Θεσσαλών της Αργολίδας ήταν μια άκρως επιτυχημένη και αλησμόνητη βραδιά για όσους παραβρέθηκαν..!
Εύχομαι και του χρόνου να έχουμε υγεία για να μπορέσουμε να ζήσουμε, πάλι με το Θανάση, μια εξίσου φανταστική βραδιά..!!
Με φιλικούς και πατριωτικούς χαιρετισμούς!
ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΣ
Από το παρόν φύλλο και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα του χώρου, θα δημοσιεύουμε παραδοσιακά παραμύθια από την Καλλιπεύκη. Τα παραμύθια γαλούχησαν γενιές και γενιές και είναι διδακτικά. Μας μεταφέρουν σε άλλους κόσμους που θα θέλαμε ίσως να ζήσουμε όχι μόνον οι μικροί αλλά και οι μεγάλοι. Και επειδή τα τελευταία χρόνια οι παππούδες παράτησαν το παραμύθι και έπιασαν την τηλεόραση, γι’ αυτό κι εμείς θα καθιερώσουμε μία στήλη με παραμύθια. Καλό είναι πάντως, οι γονείς και ιδιαίτερα οι παππούδες και οι γιαγιάδες να ξαναπιάσουν τα παραμύθια και με αυτά να μεγαλώνουν τα εγγόνια τους. Και μέσα από αυτά, να μιλήσουν στα παιδιά για ήρωες ανθρώπους και όχι για ήρωες της κατευθυνόμενης και αηδιαστικής τηλεόρασης.
Ο Γυφτος με τη φτέρη.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας Γύφτος που δεν είχε δουλειά. Πήγε τότε σ’ έναν τσοπάνο και ζήτησε δουλειά κι αυτός τον πήρε στη δούλεψή του.
– Θα σι πάρου, είπε ο τσοπάνος στο Γύφτο, αλλά θ’ ακούς ό,τι θα σι λέου. Θα μι βουηθάς κι θα μαζέβς ξύλα ν’ ανάβουμι φουτιά, γιατί του βράδ’ κάν’ κρύου.
– Σύμφωνος, είπε ο Γύφτος. Θα κάνω ό,τι μου λες.
Μια μέρα, στο τέλος του φθινοπώρου, έκανε κρύο και ο τσοπάνος είπε στο Γύφτο να μαζέψει νωρίς νωρίς ξύλα, για ν’ ανάψουν φωτιά. Ο γύφτος, που ήταν τεμπέλης, αντί να μαζέψει προσανάμματα και ξύλα χοντρά, μάζεψε μπόλικη ξερή φτέρη. Και σαν ήρθε η ώρα για ν’ ανάψουν φωτιά και ο τσοπάνος τον ρώτησε πού είναι τα ξύλα, αυτός του έδειξε το σωρό με τη φτέρη. Τότε θύμωσε και του είπε ότι θα ανάψουν ο καθένας χωριστή φωτιά για να ζεσταθούν. Γι’ αυτό και πήγε να μαζέψει ξύλα για τη δική του φωτιά.
Όταν σιγούρεψαν το κοπάδι, άναψε ο καθένας τη δική του φωτιά. Του τσοπάνου η φωτιά αργούσε ν’ ανάψει, καθώς τα ξύλα ήταν χοντρά, ενώ του Γύφτου άναψε γρήγορα για τα καλά και η φλόγα έφτανε ως απάνω. Βλέποντας ο Γύφτος τη δική του φωτιά με τη μεγάλη φλόγα, χοροπηδούσε γύρω απ’ αυτή και κορόιδευε τη φωτιά του τσοπάνου.
– Εγώ φωτιά, εσύ κωλοφωτιά, εγώ φωτιά, εσύ κωλοφωτιά…
Ο τσοπάνος χαμογελούσε κάτω από τα μουστάκια του και ήταν σα να έλεγε: «Χοροπήδα εσύ τώρα. Στο τέλος να δούμε ποιος θα γελάει!».
Σε λίγο η φωτιά του τσοπάνου άναψε για τα καλά, και έριξε και άλλα χοντρά ξύλα για να κάνει κάρβουνα. Του Γύφτου, από την άλλη, όσο πήγαινε και μίκραινε, ώσπου κάηκε όλη η φτέρη και η φωτιά έσβησε. Ο Γύφτος άρχισε να τρέμει από το κρύο και χτυπούσε τα δόντια. Όμως, δεν τολμούσε να πάει να ζεσταθεί στη φωτιά του τσοπάνου επειδή είχε «λερωμένη τη φωλιά του».
Ο τσοπάνος, ευχαριστημένος από το πάθημα του Γύφτου, τυλίχτηκε με την κάπα, ξάπλωσε δίπλα στη φωτιά, έχοντας μαζί του και την γκλίτσα και έκανε πως κοιμόταν. Ο Γύφτος, που έτρεμε από το κρύο, πλησίασε σιγά σιγά στη φωτιά, για να ζεσταθεί. Σε λίγο άκουσε τον τσοπάνο να χουιάζει: «Τσαπ, τσαπ παλιό(γ)ιδα, φέγα απού δω ψουρόιδου», ενώ συγχρόνως έπιασε την γκλίτσα και έδωσε ένα χτύπημα.
– Μη χτυπάς μπρε αφεντικό. Δεν είναι η γίδα, εγώ είμαι μπρε, είπε ο Γύφτος.
– Τσαπ, τσαπ! φώναξε πάλι ο τσοπάνος και ξαναχτύπησε το Γύφτο.
– Αμάν, μπρε αφεντικό, εγώ είμαι, δεν είναι η γίδα, ξανάπε.
Κατάλαβε τότε ότι τον χτυπούσε επίτηδες, για να μην πάει στη φωτιά, γι’ αυτό πήγε λίγο παράμερα μήπως και κοιμηθεί ο τσοπάνος. Δυστυχώς, όμως, όταν ξαναπλησίασε στη φωτιά, επαναλήφθηκαν τα ίδια. Τότε αναγκάστηκε να βρει αλλού καταφύγιο για να περάσει την κρύα αυτή βραδιά. Έψαξε εκεί κοντά και βρήκε μια μικρή σπηλιά κάτω από μια πέτρα. Εκεί πήγε να περάσει τη νύχτα. Μέσα, όμως, στη μικρή αυτή σπηλιά, βρήκε και άλλο συγκάτοικο. Ήταν η σκύλα που είχε γεννήσει πριν από λίγες μέρες. Πολύ ενοχλήθηκε το ζώο από την παρουσία του Γύφτου και άρχισε να γρυλίζει: «γρρρ…γρρρ…». Ο Γύφτος, βλέποντας πως το ζώο έχει άγριες διαθέσεις, προσπάθησε να το καθησυχάσει.
– Σώπα, σκυλίτσα μου, χωράει κι εμένα, χωράει κι εσένα, χωράει και τα σκυλάκια σου. Σώπα, σκυλίτσα μου, χωράει κι εμένα, χωράει κι εσένα, χωράει και τα κουτάβια σου.
Βλέποντας ο Γύφτος τα πράγματα να αγριεύουν, εγκατέλειψε τη μικρή σπηλιά και πήγε αλλού για να βρει κατάλυμα. Έψαξε πάλι εκεί κοντά και βρήκε ένα κουφαλιασμένο δέντρο. Χώθηκε λοιπόν στην κουφάλα του και προσπάθησε να ζεστάνει το κρύο κορμί του. Ο τσοπάνος, όμως, που τον παρακολουθούσε, πήρε το φτσέλι1 με το νερό και ανέβηκε πάνω στο δέντρο. Η κουφάλα έφτανε ως επάνω. Από εκεί άρχισε να βρέχει το Γύφτο. Το νερό έπεφτε «γκουργκουρίζοντας» και τον πάγωνε. Εκείνος, νομίζοντας πως ήταν βροχή, απορούσε. Πώς ήταν δυνατόν να γίνεται αυτό αφού ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια και το ολόγιομο φεγγάρι έφεγγε σαν ημέρα! Τουρτουρίζοντας τώρα ακόμα πιο πολύ από το κρύο και από τη «βροχή» μονολογούσε. «Άααχ, άααχ, φεγγάρι σαν αλώνι, άστριο σαν δαμάλι, τι έχει και γκουργκουρίζει! Άααχ, άααχ, φεγγάρι σαν αλώνι, άστριο σαν δαμάλι, τι έχει και γκουργκουρίζει!». Επειδή, όμως, η «βροχή» συνεχιζόταν, αναγκάστηκε να βγει από την κουφάλα του δέντρου και να πάρει το δρόμο για τα γύφτικα τσαντίρια. Από τότε κανένας Γύφτος δεν ξαναπήγε να γίνει τσοπάνος. Από τότε έμεινε και ο μύθος που λέει: «Έπαθε σαν το γύφτο με τη φτέρη».
- φτσέλι = κυλινδρικό βαρελάκι μέσα στο οποίο οι τσοπάνοι βάζουν νερό.
ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΕΑ ΓΕΡΟΣΤΕΡΓΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
Ο καλλιπευκιώτης ιερέας Γεροστέργιος Κωνσταντίνος ζει μόνιμα στη Λάρισα. Από το 2009 είναι συνταξιούχος και κάθε καλοκαίρι παραθερίζει στην Καλλιπεύκη. Το σπίτι του είναι αυτό του μπάρμπα-Νίκου του Σκέτου και της θείας του Παγώνας, που κληρονόμησε μετά το θάνατο τους και βρίσκεται πολύ κοντά στο υδραγωγείο.
Την Τρίτη 31 Αυγούστου του 2010 τον επισκεφτήκαμε στο σπίτι του στην Καλλιπεύκη και τον παρακαλέσαμε να μας δώσει ζωντανές μαρτυρίες από τη ζωή του, πράγμα που έκανε με μεγάλη ευχαρίστηση γι’ αυτό και τον ευχαριστούμε θερμά. Τις ζωντανές μαρτυρίες κατέγραψε ο Ζήσης Κατσιούλας.
«Γεννήθηκα στις 10 Αυγούστου 1938, ημέρα Τετάρτη και ώρα 12 το μεσημέρι, εδώ στην Καλλιπεύκη. Γονείς μου ήταν ο Ιωάννης Γεροστέργιος του Κων/νου και της Στεργιάνως και η μητέρα μου ήταν από τους Γόννους, το γένος Ιωάννη Γκού-θα. Ο πατέρας μου ήταν 4 αδέλφια. Πρώτος ήταν ο πατέρας μου, δεύτερος ο Στέργιος, ο οποίος ζούσε σε αυτό το σπίτι που βρισκόμαστε τώρα και μιλάμε και το είχε κτίσει το 1945. Τρίτος ο Βασίλης, ο οποίος πέθανε όταν υπηρετούσε στο στρατό. Αυτός ήταν καλλιτέχνης. Δούλευε μαραγκός και ζωγράφιζε. Έκανε καλλιτεχνήματα πάνω στο ξύλο, αλλά δεν τον πρόλαβα και δεν τον έζησα καθόλου. Το εικονοστάσι που έχουμε εδώ στο σπίτι, είναι φτιαγμένο από τα χέρια του. Τέταρτος ήταν ο Δημήτρης, ο οποίος πέθανε μικρό παιδάκι.
Ο θείος μου ο Στέργιος είχε παντρευτεί τη θεία μου την Παγώνα, η οποία ήταν αδελφή του Γιάννη του Μουσουλή και είχαν γεννήσει δυο παιδιά, το Βασίλη και τον Κώστα, αλλά πέθαναν σε ηλικία τεσσάρων ετών. Όταν η θεία μου, έμεινε χήρα, παντρεύτηκε με τον Νίκο το Σκέτο από τη Ραψάνη και φυσικά δεν έκαναν παιδιά. Έμεναν σ’ αυτό εδώ το σπίτι.
Οι γονείς μου πρέπει να παντρεύτηκαν το 1922. Η μάνα μου δεν γεννούσε παιδιά. Μετά από 16 χρόνια, σε ηλικία 40 ετών, γέννησε εμένα το μοναδικό τους παιδί. Ίσως είμαι καρπός προσευχής. Και το συμπέρασμα αυτό το βγάζω από το γεγονός αυτό το βγάζω από το γεγονός ότι όταν γεννήθηκα, έδωσε υπόσχεση να με αφιερώσει στο Θεό. Και μάλιστα είπε, ότι «όταν μεγαλώσεις θα υπηρετήσεις την εκκλησία ως νεωκόρος”, πράγμα που έγινε όταν τελείωσα το δημοτικό σχολείο.
Υπηρέτησα την εκκλησία έξι μήνες εδώ στον Άγιο Θεόδωρο, την εποχή που ήταν ιερείς ο παπα-Γιάννης Λαμπίρης και ο παπα-Δημήτρης Χριστοδούλου. Την εποχή εκείνη όλοι θρήσκευαν και ο πατέρας μου ήταν ευλαβής άνθρωπος. Εξομολογούνταν και οι δυο και κοινωνούσαν. Μάλιστα τις Κυριακές έλεγε ο πατέρας μου στη μάνα μου: «Πήγαινε εσύ να βοσκήσεις τα ζώα κι εγώ να πάω στην εκκλησία». Και τα τελευταία χρόνια που ήμασταν στη Λάρισα ήταν πολύ κοντά στο Θεό.
Εφτά χρονών πήγα στην πρώτη τάξη Δημοτικού. Σχολείο δεν είχαμε, γιατί το είχαν κάψει οι Γερμανοί και κάναμε μάθημα στο γυναικωνίτη του Αγίου Θεοδώρου και ένα διάστημα στους Αγίους Αποστόλους. Δασκάλα είχαμε την Πανάρα Κατίνα από τους Γόννους. Αυτό γινόταν το 1946. Το 1947 δεν είχαμε σχολείο γιατί ξεκίνησε ο Εμφύλιος. Αφού φύγαμε από το χωριό λόγω καταστάσεως, πήγαμε στους Γόνννους, όπου και συνέχισα το σχολείο. Το Φθινόπωρο του 1947 πήγα Δευτέρα τάξη, το 1948 στηνΤρίτη και το 1949 Τετάρτη. Το 1950 χάσαμε πάλι μια τάξη, γιατί από τις 29 Αυγούστου του που τελείωσε ο Εμφύλιος και μέχρι την άνοιξη του 1950, όσο να στρώσουν τα πράγματα και να επαναπατριστούμε, δε λειτούργησαν τα σχολεία. Πρώτα, την άνοιξη του 1947, ξεσήκωσαν τα χωριά Καρυά, Πουλιάνα και Σκαμνιά. Μετά, την άνοιξη επίσης, ακολούθησε η Καλλιπεύκη. Πρώτοι εγκατέλειψαν το χωριό, μαζί με τις οικογένειες τους αυτοί που είχαν όπλα, οι λεγόμενοι ΜΑΥδες, γιατί φοβούνταν τους αντάρτες και το Φθινόπωρο που έφυγε το υπόλοιπο χωριό. Οι περισσότεροι πήγαν στους Γόννους, κυρίως αυτοί που είχαν ζώα. Άλλοι πήγαν στη Λάρισα και όπου έβρισκε ο καθένας.
Από την άνοιξη που έφυγαν οι ΜΑΥδες και μέχρι το Φθινόπωρο που φύγανε οι υπόλοιποι, ήμασταν υποχρεωμένοι να θερίσουμε και να αλωνίσουμε τα χωράφια των ΜΑΥδων. Η εντολή για να εγκαταλείψουμε όλοι την Καλλιπεύκη, δόθηκε τον Οκτώβριο του 1947. Ο καθένας μετέφερε μαζί του ό,τι μπορούσε αφού όλοι είχαμε ζώα. Η δική μου οικογένεια πήγε στους Γόννους όπου μείναμε τρία χρόνια. Εκεί συνέχισα και το σχολείο. Το Μάιο του 1950 η δική μου οικογένεια βγήκε στο χωριό, αλλά βρήκαμε το σπίτι μας καμένο.
Το 1943, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό, όλοι οι Καλλιπευκιώτες είχαμε βγει σε διάφορα μέρη μέσα στο δάσος για να κρυφτούμε. Εμείς πήγαμε και κάναμε καλύβες στον Έλατο. Αλλά επειδή φοβηθήκαμε πήγαμε στη Ντουριανή. Μάλιστα ο θείος μου ο Στέργιος είχε μια μαύρη φοράδα που την είχε φορτωμένη με σιτάρι. Πήγαινε για τη Δουριανή και όταν έφτασε στην Αγία Τριάδα, πάνω στο ύψωμα, φτάσανε από πίσω οι Γερμανοί. Του φώναξαν να σταματήσει, αλλά επειδή φοβήθηκε, παράτησε το ζώο και έφυγε. Τον πυροβόλησαν, αλλά φαίνεται έριξαν στον αέρα. Αν ήθελαν, θα τον είχαν σκοτώσει.
Τότε οι Γερμανοί πήγαν στη φοράδα και έσκισαν με τα ξίφη τα σακιά. Το σιτάρι χύθηκε όλο κάτω. Πήραμε μετά τη φοράδα και μείναμε ένα μικρό διάστημα στη Ντουριανή.
Από τους Γερμανούς δε θυμάμαι πολλά πράγματα, γιατί ήμουν πολύ μικρός. Το μόνο που θυμάμαι είναι το γεγονός που ήρθαν οι Γερμανοί και πήραν πολλούς Καλλιπευκιώτες για τη Ραψάνη. Μεταξύ αυτών ήταν και οι ιερείς του χωριού.
Αφού έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθαμε πάλι στο χωριό και ο πατέρας μου βρήκε μέσα στο σπίτι μας μία γίδα, που είχαμε. Τα είχε εγκαταλείψει ο γιδάρης τα γίδια. Η γίδα βρήκε κριθάρι, έφαγε πολύ, φούσκωσε και ο πατέρας μου ήθελε να τη σφάξει. Αλλά είπε: «Ας πεταχτώ λίγο μέχρι την πλατεία και μετά τη σφάζω». Ώσπου να γυρίσει, κάποιος γείτονας είχε βάλει φωτιά στο σπίτι μας. Το σπίτι είχε καεί και από τους Γερμανούς και από τους αντάρτες.
Ήταν μεγάλο σπίτι. Είχε 4 δωμάτια επάνω και άλλα τόσα κάτω. Πίσω καθόταν ο θείος μου ο Στέργιος και μπροστά εμείς. Και αφού κάηκε το σπίτι, ο θείος μου ήρθε και έκτισε αυτό εδώ το σπίτι. Το πατρικό μου το πουλήσαμε. Σήμερα είναι ερείπια. Βρίσκεται ανάμεσα από τα σπίτια του Γιάννη του Τσιάτσιου και του Μήτσιου Αντωνίου, κοντά στη Βρυσοπούλα.
Αφού επαναπατριστήκαμε, το κράτος έδωσε βοήθεια για να ξανακτιστούν τα σπίτια που κάηκαν. Σε όσους έπαθαν μόνο ζημιές, τους έδωσαν λιγότερα χρήματα για επισκευές. Πολλοί από τους χωριανούς που έπιαναν τα χέρια τους, έγιναν κτίστες. Όταν είχαμε βγει στην Καλλιπεύκη το 1950, το χωριό ήταν αγνώριστο από τα χόρτα. Δεν μπορούσαμε να περάσουμε από τους δρόμους.
Το Φθινόπωρο του 1950 άρχισε να λειτουργεί και το σχολείο. Στο προαύλιο του το κράτος είχε εγκαταστήσει κορδέλες που έβγαζαν ξυλεία για την ανοικοδόμηση του χωριού. Τους κορμούς των δέντρων τους έφερναν πίσω από τη θέση Πηγάδια που είχε καεί το δάσος επί Γερμανών. Τα δέντρα δεν είχαν καεί εντελώς, αλλά ήταν μόνο καψαλισμένα. Και μάλιστα προϊστάμενος εκεί στις κορδέλες στο σχολείο ήταν ο Στέρος ο Γκουρμπαλής, που πέθανε τώρα νωρίς και έχει τη βίλα πέρα στη Νταμίλη. Τότε ήταν πολύ νέο παιδί. Και αφού τον Οτώβριο άνοιξε το σχολείο, πήγαμε στου Καζάνα το σπίτι, περίπου 200 παιδιά.
Το κανονικό σχολείο ήταν και αυτό καταστραμμένο. Εκεί έβλεπες μεγάλης ηλικίας παιδιά να είναι Πρώτη, Δευτέρα, Τρίτη τάξη. Τον άλλο χρόνο πήγαμε στου Οικονόμου το σπίτι αυτό που έχει σήμερα ο Αποστόλης Παπαϊωάννου. Εγώ πήγα Πέμπτη τάξη στου Καζάνα και Έκτη στου Οικονόμου απ’ όπου
και τέλειωσα.
Ο πατέρας μου και η μάνα μου επειδή ήταν αγράμματοι, ήθελαν να μου μάθουν γράμματα, πράγμα που ήθελα κι εγώ. Όμως δεν υπήρχαν τα χρήματα και οι δυνατότητες για να μου στείλουν στο γυμνάσιο στη Λάρισα και έτσι αναγκαστικά, έμεινα εδώ στο χωριό μέχρι το 1955. Το δημοτικό το τελείωσα σε ηλικία 16 ετών με άριστα. Δασκάλους είχαμε τον Κώστα τον Παπαστεργίου και την Αθηνά Μασούρα, την οποία παντρεύτηκε αργότερα. Μάθαμε γράμματα και είμαι πολύ ευχαριστημένος, αλλά βιβλία δεν είχαμε ούτε εδώ στους Γόννους. Από βιβλία είχαμε μόνο αναγνωστικό. Εδώ μας έγραφε στον πίνακα ο δάσκαλος, ενώ στην Τετάρτη τάξη στους Γόννους, ο πατέρας μου με είχε πάρει κάτι βιβλία, θρησκευτικά και γεωγραφία τα οποία διατηρώ ακόμα. Γράφαμε στα τετράδια τα οποία μας είχε δώσει το κράτος. Ακόμη έχω ένα τετράδιο από τότε που έγραφα εκθέσεις και άλλα μαθήματα. Στην πρώτη τάξη γράφαμε στην πλάκα με το κοντύλι. Από τη μια πλευρά γράφαμε ανάγνωση κι από την άλλη αριθμητική. Μου είχε δώσει κι ένα βιβλίο θρησκευτικών ο δάσκαλος ο Παπαστεργίου, που το επέστρεψα όταν τέλειωσα. Με την Ελένη Αντωνίου πηγαίναμε στην ίδια τάξη, την είχε πάρει κι αυτή βιβλία ο πατέρας της, όπως φυσική κι ερχόταν στο σπίτι και διαβάζαμε και με βοηθούσε.
Αφού, λοιπόν, δεν υπήρχαν τα μέσα για να συνεχίσω τις σπουδές, πήγα ένα διάστημα για να μάθω μαραγκός στους αδερφούς Ζαφείρη (Καψαλάδες). Κάθισα σ’ αυτούς ένα χρόνο περίπου και έμαθα μερικά πράγματα. Με την προϋπόθεση αυτή, φεύγω στη Λάρισα μόνος μου το 1955. Στη Λάρισα αγοράσαμε τότε ένα οικόπεδο 3.000 δραχμές και δώσαμε τις 2.800. Τις υπόλοιπες 200 δραχμές θα τις δίναμε όταν θα πουλούσαμε τα φασόλια. Με βοήθησε τότε πάρα πολύ ο μακαρίτης ο Βαγγέλης ο Γκαμπούρας και όλη αυτή η οικογένεια.
Ο πατέρας του ο Χρήστος μου είπε: «Κώστα, έχω έξι παιδιά και ένας εσύ, εφτά. Έλα και θα σε βοηθήσουμε εμείς». Και με βοήθησαν πολύ. Ήμουν ο πρώτος που είχα φύγει από το χωριό το 1955. Είχαν φύγει επίσης ο Μήτσιος ο Μουστάκας και η Κούλα του παπα-Λαμπίρη που είχε άνδρα τον Κώστα τον Γκουγκουλιά και έμεινε χήρα. Ο πατέρας του τον Μήτσιο, όταν παντρεύτηκε δεν τον είχε δώσει τίποτε και κατέβηκε στη Λάρισα και αγόρασε και αυτός ένα οικόπεδο. Τα οικόπεδα μας ήταν μαζί στο τέρμα Καραγάτσι. Κάναμε εκεί από μια παράγκα και μείναμε.
Εγώ κατέβηκα στη Λάρισα με σκοπό να πάω οπωσδήποτε σε σχολείο αφού είχα ζήλο μεγάλο. Τότε, ο Κώστας ο Γκαμπούρας πήγαινε στη νυχτερινή εμπορική σχολή. Το 1956 έδωσακι εγώ εξετάσεις στην εμπορική και φοίτησα εκεί επί εφτά χρόνια. Επειδή ήταν νυκτερινή η σχολή και είχε πολλά μαθήματα, οικονομικά κυρίως, είχε εφτά τάξεις. Και δόξα το Θεό, δεν απουσίασα καθόλου και τελείωσα τη σχολή κανονικά, σε ηλικία 25 ετών.
Όμως θα έπρεπε να πάω και στρατιώτης ενώ ακόμη ήμουν στη σχολή. Αλλά ο Θεός βοήθησε και από αυτή την πλευρά. Απαλλάχτηκα από το στρατό, γιατί ο πατέρας μου ήταν μεγάλος και ανίκανος για κάθε εργασία. Βέβαια, μας βοήθησαν κάποιοι άνθρωποι για να απαλλαγώ. Διαφορετικά έπρεπε να υπηρετήσω ένα χρόνο ως προστάτης. Όμως τότε καταργήθηκε το υποχρεωτικό για τους προστάτες και πλήρωσα τη θητεία μου με χίλιες περίπου δραχμές.
Άλλα παιδιά που πηγαίναμε μαζί, διέκοψαν για να πάνε στο στρατό. Κι ενώ πήγαινα στη σχολή, την ημέρα δούλευα. Δούλευα σε πολλές δουλειές. Πρώτα δούλεψα στο μαραγκάδικο του Σαμακίδη, που ήταν απέναντι από το Μύλο του Παπά και ήταν πολύ μεγάλο εργοστάσιο για εκείνη την εποχή και είχε πολλούς εργάτες. Ήταν το μοναδικό φημισμένο εργοστάσιο της Λάρισας. Εκεί έμεινα για λίγο διάστημα, γιατί ήμουν άνθρωπος του «έξω». Κατόπιν δούλεψα σε μανάβικο τρία χρόνια και από εκεί έγινα οικοδόμος αφού με βοήθησε ένας πολύ καλός άνθρωπος, κάποιος Σακελλαρίου που ήταν μηχανικός. Αυτή η δουλειά ήταν το 1958, 1959 κι 1960.
Αφού πήρα το πτυχίο, εργάστηκα στο γραφείο, σε εμπορικό υφασμάτων του Τζαβάρα. Μετά εργάστηκα σε ένα κατάστημα που πουλούσε μηχανάκια Ζούνταπ. Γκοργκόλης λεγόταν αυτός και ήταν από τα Τρίκαλα. Πήγα και σε άλλες δουλειές, αλλά ο σκοπός ήταν ένας: Να τελειώσω τη σχολή και να δουλέψω σε κάποιο γραφείο ή υπηρεσία που να μην έχει χειρονακτική εργασία.
Μετά τη σχολή, ανοίξαμε την επιχείρηση που έχει σήμερα ο Ηλίας ο Κώτσιος. Είμαστε κουμπαριό. Στην αρχή πήραμε κορδέλα και κόβαμε ξύλα. Μετά πήραμε μηχανές και κόβαμε τσιμεντόλιθους. Αλλά ούτε εκεί κάθισα και πήγα και δούλεψα στο λογιστήριο στο Συνεταιρισμό Μεταλλοτεχνουργών για μικρό χρονικό διάστημα. Εκεί στη Λάρισα ο Αποστόλης ο Γκουγκουλιάς είχε μπακάλικο. Ήξερε που γνώριζα λογιστικά και με σύστησε στην εταιρία «Νάσης», που πουλούσε επαγγελματικά ψυγεία. Πήγα εκεί αλλά ήμασταν 5 υποψήφιοι. Μετά από διαγωνισμό, πήραν εμένα και έμεινα εκεί ενάμισι χρόνο. Στο μεταξύ, σ’ αυτό το διάστημα παντρεύτηκα κιόλας. Παντρεύτηκα με τη Μαρία Γκουντρή από το Βλαχογιάννι της Ελασσόνας στις 9 Μαΐου 1965, την Κυριακή των Μυροφόρων. Την προξενιά την έκανε ο Σωτηρόπουλος Θανάσης από τους Γόννους. Ήταν πρώτος ξάδερφος μου και τροφοδοτούσε τον πεθερό μου με τρόφιμα. Ο πεθερός μου ήταν μπακάλης αλλά εμπορευόταν και κουκούλια μεταξοσκώληκα. Ήταν επίσης μεσίτης καπνών και ήταν πολύ ευκατάστατος. Τότε κάναμε και το πρώτο παιδί μας τη Στέλλα. Τότε ακριβώς και ενώ ήμουν σ’ αυτή τη δουλειά, μου έπεσε ο κλήρος να γίνω ιερέας.





















