Monthly Archives: Ιανουάριος 2016

ΤΟ Ε.Κ.Β.Υ. ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΠΕΥΚΗ

Επίσκεψη του Ε.Κ.Β.Υ. στην Καλλιπεύκη – Εκδήλωση ενδιαφέροντος για το δάσος (συστάδα) αρκουδοπούρναρου

 

Στις 24 Αυγούστου επισκέφτηκε το χωριό μας, ομάδα επιστημόνων του Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων – Υγροτόπων,  με επικεφαλής τον καθηγητή κ. Σπύρο Ντάφη και τους Κατσακιώρη Μαρία, Παπαδήμο Δημήτρη, Κακούρο Πέτρο, για να δουν από κοντά το μοναδικό δάσος αρκουδοπούρναρου της Ελλάδας, που βρίσκεται στο Γκουνταμάνι και τις τεράστιες οξιές της Αγίας Τριάδας.

Το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ), ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη (Θέρμη), το 1991 από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή, με τη συμβολή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του ΥΠΕΧΩΔΕ. Σκοπός του είναι να συμβάλλει στην αναχαίτιση και αναστροφή της απώλειας των φυσικών οικοτόπων της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Αγία Τριάδα

Την ομάδα του ΕΚΒΥ, συνόδευσαν στις διαδρομές τους ο Δασάρχης Λάρισας, Γιώργος Παράσχος, που ενημέρωσε για την φυσική και ιδιοκτησιακή κατάσταση των περιοχών, ο Δήμαρχος του Δήμου μας, Χρήστος Καραναστάσης, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Μπούμπουλης, ο Θωμάς Καραμπατής, ο Θωμάς Τσιαπλές, ο Ζήσης Κατσιούλας και ο υπογράφων.

Το μεσημέρι και κατά τη διάρκεια του γεύματος συζητήθηκαν πολλά, απ’ τα οποία έχει σημασία να αναφέρουμε το πραγματικό ενδιαφέρον του ΕΚΒΥ και της κ. Γουλανδρή προσωπικά τόσο για το δάσος του αρκουδοπούρναρου, όσο και για τις οξιές της Αγίας Τριάδας αλλά και για την ευρύτερη περιοχή γενικότερα και για την επανασύσταση – επαναλειτουργία της λίμνης.

Η ομάδα επιστημόνων του ΕΚΒΥ θα επισκεφθεί και πάλι την Καλλιπεύκη και μάλιστα σύντομα, για περισσότερη μελέτη αλλά και για προγραμματισμό δραστηριοτήτων που θα έχουν ως στόχο τη διατήρηση της συστάδας του αρκουδοπούρναρου και του δάσους της οξιάς αλλά και την ανάπτυξή των. Ο δασάρχης Λάρισας, Γιώργος Παράσχος υποσχέθηκε πως θα ζητήσει από την υπηρεσία του και το Υπουργείο το δάσος της Αγίας Τριάδας να χαρακτηρισθεί μνημείο της φύσης.

Ευχόμαστε το καλύτερο για το χωριό μας, το δήμο μας και το περιβάλλον. Και θεωρούμε ευτύχημα το ενδιαφέρον του ΕΚΒΥ και της κ. Νίκης Γουλανδρή για την περιοχή μας.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΑΝΤΑΜΩΜΑ ΚΑΛΛΙΠΕΥΚΙΩΤΩΝ

 

Επιτυχία σημείωσε και φέτος το καλοκαιρινό μας αντάμωμα το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 12 Αυγούστου ημέρα Παρασκευή.

Οι πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στο χωριό μας (πάρα πολύ κρύο 11 βαθμοί) δεν επέτρεψαν την πραγματοποίηση του ανταμώματος  στις 6 Αυγούστου όπως είχε προγραμματιστεί, αν και πολύ Καλλιπευκιώτες ανέβηκαν στο χωριό. Η Βραδιά ξεκίνησε με το μικρό μας χορευτικό και συνεχίστηκε με την δημοτική ορχήστρα των πατριωτών μας μέχρι της τέσσαρες τα ξημερώματα.

mantas1 kilindris1

Χαιρετισμούς  προς τους Καλλιπευκιώτες εκτός από τον πρόεδρο του Συλλόγου Θωμά Τσιαπλέ, απηύθυναν ο πατέρας Βησσαρίωνας, και δύο ξενιτεμένοι μας, ο Νίκος Κυλινδρής από τον Καναδά και ο Γιάννης Μαντάς από την Αυστραλία, οι οποίοι τόνισαν την ανάγκη ύπαρξης του Συλλόγου  και την σπουδαιότητα της εφημερίδας για τους ξενιτεμένους. Ακόμη το Δ/Σ του Συλλόγου τίμησε την Βασιλική Γκουλιάρα την γεροντότερη Καλλιπευκιώτισα, η οποία είναι κοντά στον Σύλλογο , πάντα πρόθυμη σε κάθε κάλεσμά μας.

gouliara

Πριν την έναρξη του ανταμώματος οι πατριώτες μας είχαν την ευκαιρία να δουν σκηνές από το 2 Φεστιβάλ αφήγησης.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΕΚΛΕΧΤΗΚΕ ΝΕΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Την Κυριακή 14 Αυγούστου και ώρα 11:00 στα γραφεία του Συλλόγου πραγματοποιήθηκε η τακτική γενική συνέλευση των μελών, όπου συζητήθηκαν τα προβλήματα του χωριού αλλά και του Συλλόγου.

Ακολούθησαν οι εκλογές για την ανάδειξη του νέου  Διοικητικού Συμβουλίου

Συνολικά ψήφισαν 70 άτομα. Άκυρα – λευκά δεν υπήρχαν.

Μετά την καταμέτρηση των ψήφων τα αποτελέσματα έχουν ως εξής.

       Για το Δ.Σ.

Θωμάς Τσιαπλές                              68

Αναστάσιος Πατούλιας                     53

Χαράλαμπος Γκούμας                     48

Απόστολος Παπαιωάννου               46

Φάνης Γκουντουβάς                          45

Νικόλαος Θεοδοσίου                        43

Ιωάννης Μασούρας                           41

Παναγιώτα Μασούρα                        38

Δημήτριος Ρημαγμός                        30

Έφη Παπά                                         31

Ελεγκτική επιτροπή

Ιωάννης Τσικρικάς

Χρήστος Καραμπατής

Ευάγγελος Γκαζκάνης

 

Εκλέγονται οι πρώτοι επτά για το Δ.Σ. μεταξύ αυτών και τρία νέα παιδιά. Ο Αποστόλης Παπαϊωάννου, ο Χαράλαμπος Γκούμας και ο Νίκος ο Θεοδοσίου, στους οποίους ευχόμαστε καλή δύναμη και καλή δουλειά.

Τίποτα όμως δεν άλλαξε και φέτος, το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε, ενώ η πλατεία του χωριού είναι γεμάτη από κόσμο η προσέλευση μικρή, αλλά τουλάχιστον αυτή την φορά κατορθώσαμε  και αναδείξαμε νέο Δ/Σ έχοντας μετά από πολλά χρόνια δέκα υποψηφίους.

Γιατί τόση αδιαφορία;

Γιατί τόση εύκολη κριτική;

Γιατί όμως αποφεύγουμε την συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες;

Τι φταιει;

Ίσως θα πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι η ύπαρξη του Συλλόγου μας , είναι απαραίτητη. Είναι αυτός που ενώνει ΄με την εφημερίδα όλους τους Καλλιπευκιώτες και ειδικότερα με τους ξενιτεμένους μας με το χωριό μας. Για φαντασθείτε το χωριό μας μετά την συνένωση των κοινοτήτων και χωρίς τον Σύλλογο. Θα ακουγόταν πουθενά; Ακούτε ποτέ το χωριό Ευαγγελισμός; Παραπόταμος; Ιτέα; όχι. Ας μην αδιαφορούμε λοιπόν. Αν δεν τον αγαπούμε ας μην τον πολεμούμε.

Στις 23 Αυγούστου συνεδρίασαν οι επτά πρώτοι σύμβουλοι όπου και έγινε η κατανομή των αξιωμάτων.

Έτσι έχουμε για το Δ.Σ.

Θωμάς Τσιαπλές                              Πρόεδρος

Ιωάννης Μασούρας                           Αντιπρόεδρος

Μπάμπης Γκούμας                           Γραμματέας

Φάνης Γκουντουβάς                          Ταμίας

Μέλη

Αναστάσιος Πατούλιας

Απόστολος Παπαϊωάννου

Νίκος Θεοδοσίου

ds

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Επίσκεψη της κ. Νίκης Γουλανδρή στην Καλλιπεύκη

Στις 18 Μαΐου 2005, προσκεκλημένη του Δημάρχου, βρέθηκε στην Καλλιπεύκη, η κ. Νίκη Γουλανδρή (Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας) και θαύμασε τις φυσικές της ομορφιές. Η κ. Γουλανδρή παρουσίασε την προηγούμενη με τους συνεργάτες της στη Λάρισα, το πρόγραμμα «Άνθρωπος και περιβάλλον στον 21ο αιώνα – Κρίσιμα προβλήματα – Έδαφος – Ερημοποίηση».

Στην Καλλιπεύκη και συγκεκριμένα στην Πατωμένη, ο Σύλλογός μας, παρέθεσε γεύμα προς τιμήν της, που ετοιμάστηκε από τις γυναίκες του συνεταιρισμού Γόννων. Εκ μέρους του Συλλόγου μας την καλωσόρισε ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου, ο οποίος μεταξύ άλλων είπε:

 

κ. Νίκη Γουλανδρή,

Παρακαλούμε σας, να δεχθείτε αυτά τα μικρά δώρα (Η ΚΑΛΛΙΠΕΥΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ, 1ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΦΗΓΗΣΗΣ, ΚΑΛΛΙΠΕΥΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ και το ανέκδοτο ακόμη βιβλίο ΚΑΛΛΙΠΕΥΚΗ ΟΛΥΜΠΟΥ), με αισθήματα τιμής, θαυμασμού και αγάπης, με ευχαριστίες πολλές και με… ελπίδες, όνειρα και προσδοκίες!

goulandri3

«Το έργο μας» σημειώνει, ο αείμνηστος  Άγγελος Γουλανδρής, από το 1977 «δεν περιορίζεται στο να σώσουμε μόνο το φυσικό περιβάλλον της χώρας μας. Καμιά χώρα δεν σώζεται, όταν το παγκόσμιο οικοσύστημα διαταραχθεί σοβαρά. Αναζητούμε έναν νέο κώδικα αξιών, μια νέα ηθική για να προχωρήσουμε στην επόμενη χιλιετία. Και είναι τραγικό ότι μόνο κάτω από την απειλή της ζωής μας οδηγούμεθα στην ενότητα και στην παγκόσμια συνεργασία».

Θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει με τις σκέψεις του αυτές; Όχι βέβαια.

Ούτε κι εμείς. Εμείς που έχουμε -από μια άποψη- την τύχη, να ζούμε μέσα σε ένα «φυσικό μουσείο» φυσικής ιστορίας, να ζούμε στη φύση, με την τεράστια ποικιλία που παρουσιάζει αλλά και με την άγρια πολλές φορές ομορφιά του.

Αν η παρουσία σας εδώ, επηρεάσει πρόσωπα και καταστάσεις προς την κατεύθυνση, της -με σεβασμό προς την ιστορία, το περιβάλλον και τον άνθρωπο- ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής του Κάτω Ολύμπου, προς την ανάδειξη και δημιουργία του πλουσιότερου πάρκου, ΦΥΣΙΚΗΣ όχι ιστορίας αλλά ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, μαζί με την ανασύσταση και επαναλειτουργία της λίμνης, θα είμαστε συμπαραστάτες σας και συναγωνιστές σας, αν όχι έχετε και θα έχετε την αγάπη μας και την εκτίμησή μας, όχι μόνο γιατί μας κάνετε σήμερα την τιμή αλλά γιατί μέσα από το έργο σας μας κάνετε υπερήφανους ως έλληνες.

Η «Ωραία Καλλιπεύκη», έχει παρελθόν, και πιστεύουμε πως θα έχει και μέλλον με ανάπτυξη ή χωρίς. Βρίσκεται στον Όλυμπο. Κι ότι υπάρχει – ζει στα ψηλά βουνά δύσκολα χάνεται, πιο δύσκολα πεθαίνει.

Να είστε πάντα καλά.

goulandri2 goulandri1

Η κ. Γουλανδρή ευχαρίστησε όλους για τη φιλοξενία, εξέφρασε το θαυμασμό της για το υπέροχο τοπίο και διαβεβαίωσε πως θα εργαστεί προς την κατεύθυνση της επανασύστασης – επαναλειτουργίας της λίμνης, χωρίς να υποσχεθεί κάτι συγκεκριμένο. Εκδήλωσε δε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα λουλούδια του Μάη (αγριονάρκισσοι), για τα οποία είπε πως του χρόνου και την πρωτομαγιά πρέπει να ετοιμάσουμε (όλοι μαζί) τη γιορτή του αγριονάρκισσου.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Την κ. Γουλανδρή, ο υπογράφων, τη συνάντησα στις 5-7-05, στην Αθήνα, στο Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας και είχα την χαρά και την τιμή να συνομιλήσω μαζί της για πολλά και ενδιαφέροντα θέματα και να ξεναγηθώ στο μουσείο και στο κέντρο ΓΕΑ.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

2ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΚΑΤΩ ΟΛΥΜΠΟΥ


ΣΤΟ  ΧΟΡΟ… ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

Με επιτυχία έκλεισε το 2ο Φεστιβάλ Αφήγησης Κάτω Ολύμπου, που συνδιοργάνωσε το Εργαστήριο Λόγου και Πολιτισμού, το Π.Τ.Π.Ε. του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  και ο Σύλλογός μας, ο Μορφωτικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος Απανταχού Καλλιπευκιωτών» Η ΠΑΤΩΜΕΝΗ», την Παρασκευή 17 και το Σάββατο 18 Ιουνίου, στην Καλλιπεύκη. Πλήθος κόσμου, από όλα τα μέρη της  Ελλάδας, συγκεντρώθηκε από το πρωί για να παρακολουθήσει το πλούσιο πρόγραμμα.

Την Παρασκευή το βράδυ, στην πλατεία του χωριού, κάτοικοι της περιοχής με τις αφηγήσεις τους, κέρδισαν το ενδιαφέρον των ακροατών που σχημάτισαν γύρω τους έναν μεγάλο κύκλο ακρόασης. Στη συνέχεια μέσα στα καφενεία, οι  οπαδοί του παραμυθιού με νεοαφηγητές που ήλθαν απ’ όλη την Ελλάδα, μέχρι αργά το βράδυ, ξετύλιξαν τις δικές τους ιστορίες, ύστερα από τον άριστο συντονισμό του προέδρου του ΜΕΣΑΚ «Η ΠΑΤΩΜΕΝΗ».

Το πρωί του Σαββάτου, η λαογράφος Μ. Καπλάνογλου, επίκουρος καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Αιγαίου, αναφέρθηκε σε σχετικά καταγραφή/έρευνα παραμυθάδων της περιοχής του Αιγαίου και στη σημασία του παραμυθιού στην εποχή μας.

Στη συνέχεια η αφηγήτρια Λ. Λαμπρέλλη, μάγεψε το κοινό με την  εξιστόρηση της γέννησης των παραμυθιών και ο κ. Μαβίδης αφηγήθηκε υπέροχα αποσπάσματα από την Ιλιάδα. Η θεατρική ομάδα φοιτητών «ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ» του Πανεπιστημίου, συγκίνησε το κοινό με την παράσταση που επιμελήθηκε η μεταπτυχιακή φοιτήτρια  Μ. Μαυρίδου.

Η Πρόεδρος του Φεστιβάλ Τ. Τσιλιμένη, λέκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο χαιρετισμό της τόνισε  ότι η αφήγηση είναι ζωντανός οργανισμός και ιδιαίτερης σημασίας για τον σύγχρονο άνθρωπο.

Ο Πρόεδρος του ΜΕΣΑΚ «Η ΠΑΤΩΜΕΝΗ», επεσήμανε πως είναι τιμή για την Καλλιπεύκη η οργάνωση του φεστιβάλ και ευχαρίστησε το Π.Θ. για την εμπιστοσύνη του.

Ο Πρόεδρος του Π.Τ.Π.Ε. καθηγητής Β. Δ. Αναγνωστόπουλος, επεσήμανε τη σημασία της αφήγησης σε σχέση με την ανάπτυξη της περιφερειακής ταυτότητας και συνείδησης.

Στην ίδια συνεδρία, ανακοινώθηκε από την Τ. Τσιλιμένη, η ίδρυση του Πανελλήνιου Ομίλου Φίλων της Αφήγησης (ΠΟΦΑ), με στόχο την διατήρηση και ανάδειξη της αφήγησης. Για τους ενδιαφερόμενους διατίθενται πληροφορίες  στα τηλέφωνα: 24210 74671 και 24210 74876.

Συμμετείχαν επίσης με ανακοινώσεις – δρώμενα ο Δ. Προύσαλης και η Μυρτώ Δημητρίου (ως νεράιδα).

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν τα παιχνίδια και οι δραστηριότητες που είχαν στήσει οι φοιτητές  με την επίβλεψη του επίκουρου καθηγητή Π.Θ. Α. Μαγουλιώτη.

Ήρωες των παραμυθιών, λύκος. Κοκκινοσκουφίτσα, Γίγαντες κ.α. εμφανίστηκαν πίσω από τα δέντρα και μοίρασαν το νέο τεύχος του παιδικού  περιοδικού ΔΕΛΦΙΝΙ, που εκδίδει ομάδα φοιτητών του πανεπιστημίου, τα «βιβλιόδεντα» στην πλατεία του χωριού, προσπάθεια των: Σοφίας Γιασκουλίδου και Χριστίνας Παπαϊωάννου και οι ζωγραφιές μαθητών -τριών των δημοτικών σχολείων Γόννων, Καλλιθέας Πιερίας, 2ου Βόλου, Λουτρού Ημαθίας και εκπαιδευτηρίων «Ντόλκου – Μπακογιάννη».

Τις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ χαιρέτησαν: Ο πατέρας Βησσαρίωνας ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτη, ο κ. Κουτσογιάννης Νίκος ως εκπρόσωπος του Νομάρχη, ο Περιφερειακός Διευθυντής Α΄ & Β΄ εκπαίδευσης Θεσσαλίας κ. Χαδούλης, ο βουλευτής κ. Έκτορας Νασιόκας, ο αρχηγός του κατασκηνωτικού κέντρου ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ κ. Κωνσταντίνου και ο Δήμαρχος Γόννων, κ. Καραναστάσης Χρήστος.

Το πολυπληθές κοινό μαγεύτηκε από τις  αφηγήσεις λαϊκών αφηγητών της περιοχής (Τάσος Πατούλιας, Ζήσης Κατσιούλα, Ελευθερία Τάσιου) σύγχρονων παραμυθάδων (Εύη Γεροκώστα, Χριστίνα Φραγκεσκάκη, Λίλη Λαμπρέλη, Ελένη Καλογιαννίδου) και τη θεατρική ομάδα «Φαντασιοτρέχαλοι» της Δήμητρας Τσουκαρέλα. Οι μουσικές γέφυρες με παραδοσιακά όργανα έγιναν από τους: Γεώργιος Μαυρατζά, κλαρίνο – Αποστόλη Μαυρατζά, τουμπελέκι – Σαρακατσάνο Μάριο, λαούτο. Το κοινό επίσης απόλαυσε κεράσματα που πρόσφεραν οι εταιρείες Carefoure και Creta Farm και η χαλβαδοποιία Βέροιας Σ. Κανδύλας. Επίσης προσφέρθηκαν δωρεάν μπλούζες με τον τίτλο του φεστιβάλ, που κατασκεύασε η εταιρία «ΗΛΙΟΣ» και βιβλία των εκδόσεων: Πατάκη, Ελληνικά Γράμματα, Μεταίχμιο και Σύγχρονοι Ορίζοντες.

Στις 8.30 το βράδυ, έφτασε το «τέλος», με τον άριστο συντονισμό του Γραμματέα της οργανωτικής επιτροπής, Παναγιώτη Παπαϊωάννου και η Πρόεδρος του Φεστιβάλ Τ. Τσιλιμένη με τον Πρόεδρο του ΜΕΣΑΚ Θ. Τσιαπλέ, έκλεισαν τις εργασίες του Φεστιβάλ, με την υπόσχεση να προχωρήσουν σε δυο χρόνια στο 3ο Φεστιβάλ Αφήγησης, τονίζοντας ιδιαίτερα δυο σημαντικά στοιχεία της επιτυχίας του θεσμού: την συγκινητική ανταπόκριση του κοινού και την καλή συνεργασία μεταξύ των φορέων συνδιοργάνωσης, καθώς και την χορηγία του Δήμου Γόννων.

Παραβρέθηκε κόσμος από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Ξεχωριστές παρουσίες η πολιτιστική κίνηση εκπαιδευτικών Αθήνας (πρόεδρος Σ. Κούτρας) και ο Γιώργος Ευγενικός, πρόεδρος της Δημοτικής Επιχείρησης Ανάπτυξης Κέας, ο οποίος είχε και την ευθύνη της 3ης Γιορτής Παραμυθιών στην Κέα.

Στην επιτυχία του Φεστιβάλ βοήθησαν οι: Θωμάς Καραμπατής, Κώστας Μπέλος, Νίκος Θεοδοσίου, Νίκος Ανδρέου, Γιάννης Παπαϊωάννου, Γόνη Τσιαπλέ, Παναγιώτης Μανδράκη, Μαυρίδου Μάρθα, Νατάσα Καρακατσάνη, Αφροδίτη Οικονόμου, Μαίρη Πλιακώνη, Γιώτα Κούγιαλη, Χριστίνα Παπαϊωάννου, Φάνης Γκουντουβά, Πούλιος Παπαστεργίου, Αναστασία Ίτσκου, Ελένη Παπαστεργίου, Μαρία Παπαστεργίου, Αμαλία Βιγκάτο, Αφοί Γκαζγκάνη και ΟΜΙΛΟΣ DEFENDER.

 

Ακολουθούν φωτογραφίες

  f tsiaples f panagiotis

Θ. Τσιαπλές, Π. Παπαϊωάννου

f proiOLYMPUS DIGITAL CAMERA

Πρωινή συνάντηση

 

f anagnost f tsilimeni

 Αναγνωστόπουλος, Τ. Τσιλιμένη

 

f lampreli f kaplan

Λ. Λαμπρέλη, Μ. Καπλάνογλου

 

f mavidis f omada foititon

Σ. Μαβίδης, Θεατρική ομάδα Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

 

f dimitriou

Μυρτώ Δημητρίου

 

f apogeyma

f apogeyma1

Απογευματινή συνάντηση

f tsoukarela f ntolkou

Χορωδία εκπαιδευτηρίων Ντόλκου – Μπακιγιάννη, «Φαντασιοτρέχαλοι»

 

f kats pat tas OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ζ. Κατσιούλας, Ε. Τάσιου, Τ. Πατούλιας, Ε. Καλογιαννίδου

 

f gerok frag f mousikoi

Ε. Γεροκώστα, Χ. Φραγκεσκάκη, Μουσικοί: Α. & Γ. Μαυραντζάς, Μ. Σαρακατσάνος

 

OLYMPUS DIGITAL CAMERA f oloi

Ζωγραφιές μαθητών (εδώ από το Δ.Σ. Γόννων), Όλοι οι συντελεστές

 

OLYMPUS DIGITAL CAMERA f par maratou

Παρασκευή 17 Ιουνίου στην πλατεία του χωριού, Μ. Μαράτου, στο καφενείο

 

f petroulakis f eygenikos

α.Γ. Ευγενικός, πρόεδρος επιχείρησης ανάπτυξης Δ. Κέας

β. Α. Πετρουλάκης, ο γνωστός σε όλους μας, δημοσιογράφος και υπεύθυνος του περιοδικού «Θεσσαλικές Επιλογές», από την παρουσίαση του βιβλίου «Η Καλλιπεύκη στους αιώνες».

 

image051

Ομάδα υποστήριξης

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

oik1

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

oik2

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Κοινωνικά 

Γεννήσεις:

Η Δούκα Ελευθερία του Κων/νου και ο σύζυγός της Κολώνας Δημήτριος απέκτησαν το 2ο παιδί, αγόρι (Γόννοι)

Ο Γκουγκουλιάς Ζήσης του Δημ. (Μαυροδήμος) και η σύζυγός του Όλγα Μπίλλα απέκτησαν τα πρώτα δίδημα παιδιά, αγόρι & κορίτσι (Λάρισα)

Η Γκαντάκη Στέλλα του Νικολάου και ο σύζυγός της Ντίγκας Ιωάννης απέκτησαν το 2ο παιδί, κορίτσι

Ο Γκουγκουλιάς Νικ. του Δημητρίου και η σύζυγός του Φυλλιώ, απέκτησαν το 2ο παιδί, αγόρι (Καλλιπεύκη)

Ο Μιχαήλ Αστέριος και η σύζυγός του Αγγέλα, απέκτησαν το 4ο παιδί, κορίτσι (Καλλιπεύκη)

Αρραβώνες: 

Η Σταματία Κατσιούλα του Αντωνίου με τον Καμηλούδη Δημήτριο  από το Μεγάλο Μοναστήρι Λάρισας 

Διάλυση αρραβώνα:

Ο Χρίστος Καραμπατής και η Χριστίνα Παπαδοπούλου από τη Μάντρα Λάρισας, διέλυσαν τον αρραβώνα τους 

Γάμοι:

Ο Γκουρμπαλής Αθανάσιος του Βασιλείου με τη Δήμητρα Δερβίση από τη Σούρπη του Βόλου (είναι υπάλληλοι στην Αθήνα)

Η Μαντά Βασιλική του Δημητρίου και της Οικονόμου Μαρίας με τον Κακανούλια Αλέξη από τη Φαλάνη (Λάρισα)

Ο Νικόλαος Πολυζάς του Αποστόλου με την Καλιακούδα Δήμητρα από την ξηρο-Κρανιά Ελασσόνας (Αμπελώνας)

Ο Μασούρας Απόστολος του Φάνη με την Ρημαγμού Ελένη του Αντωνίου από τους Γόννους (Γόννοι)

Θάνατοι:

Ο Γκέτσιος Νικόλαος του Ιωάννου, ετών 82 (Λάρισα)

012 Getsios

Ο Γκέτσιος Νικόλαος του Θεοχάρη, ετών 74 (Λάρισα)

Η Καραμπατή (Μπατζγιώργη) Παρασκευούλα, χήρα του Αποστόλου, ετών 81 (Καλλιπεύκη)

Η Καρατόλιου Ελισάβετ (Βέτα)  σύζυγος του Γεωργίου, ετών  61 (Λάρισα)

Η Βασιλική Δημησιάνου το γένος Ιωάννου Τακούλα, ετών 84 (Καλλιπεύκη)

Ο Σιώκος Βασίλειος του Ιωάννου (Μπένιας), ετών 66 (Λάρισα)

Η Παπαστεργίου Σταματία (Σταμούλω), χήρα του Χρίστου, ετών 82 (Αμπελώνας)

Η Κανελλιά Βαρσάμω χήρα του Δημητρίου, ετών 84 (Καλλιπεύκη).

Η Γκουντουβά (Γουτς) Μαρία χήρα του Κων/νου, ετών 84

Ο Παπαδόντας Γεώργιος του Θεοχάρη, ετών 96 (Αμπελώνας)

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ

Μπράβο σας!!!

Υπάρχουν πράγματι στιγμές που δεν μπορούμε να εκφράσουμε με λόγια, είτε γραπτά, είτε προφορικά αυτό που αισθανόμαστε.
Αυτό ακριβώς αισθάνομαι κι εγώ, που νομίζω ό,τι και να γράψω δε θα μπορέσω να εκφράσω το θαυμασμό μου, τα μπράβο μου και τις ευχαριστίες μου στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου μας για όλα όσα έκανε τα προηγούμενα 7 – 8 χρόνια. Τους βγάζω όλους το καπέλο, σκύβω με ευγνωμοσύνη μπροστά τους, τους βάζω ΔΕΚΑ (10) άριστα με τρεις τόνους.
Το τι έκαναν, το τι προσέφεραν αυτοί οι άνθρωποι στο χωριό μας ήταν ανεπανάλη­πτο, ξεπέρασε τη φαντασία μας. Όλες οι εκδηλώσεις άριστα οργανωμένες. Ημερίδες, χοροεσπερίδες, συνεργασίες με πανεπιστήμια και εκδηλώσεις παντός τύπου, εκδρομές, τα άψογα ημερολόγια, η εφημερίδα κ.ά.
Μέχρι συνάντηση με τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας είχαν!!! Κράτησαν την Καλλιπεύκη στο φως της δημοσιότητας επί σειρά ετών. Εξέδωσαν βιβλία που κάθε γνή­σιος Καλλιπευκιώτης πρέπει να έχει. Αλλά και αυτό το βιβλίο του φίλου μου Ζήση Κατσιούλα «Η Καλλιπεύκη του Ολύμπου, ιστορία, λαογραφία», είναι κάτι το ανεπανάληπτο. Όλη η ιστορία της Καλλιπεύκης. Ποιος το διάβασε και δεν έμεινε άναυδος.
Εγώ το αποκαλώ «το ευαγγέλιο» της Καλλιπεύκης. Ζήση, αξίζεις πολλά συγχαρητήρια, για την υπομονή και έμπνευση που είχες να κάνεις όλη αυτή τη δουλειά.
Όλοι πρέπει να διαβάσουν λοιπόν το «ευαγγέλιο» μας. Γιατί θα γίνουν πλουσιότεροι στις γνώσεις τους, θα ξέρουν την ιστορία μας.
Θυμηθήκαμε πολλά, μάθαμε πολλά, και ο καθένας έμαθε ιδίως στα παιδιά μας και για τους προγόνους των. Εγώ πάντως καμαρώνω για τους προγόνους – συγγενείς μου κλπ. Επίσης με καμάρι παρουσιάζω σε φίλους και μη αυτό το βιβλίο. Τι άλλο να πω, χίλια μπράβο!!!
Το 1984 όταν σε γενική συνέλευση είπα σαν Δ.Σ. ότι «βάλαμε γερά θεμέλια από μπε­τόν αρμέ», για να κτιστεί ο Σύλλογος πάνω τους δε φανταζόμουν ποτέ ότι ο σύλλογος θα γινόταν (αλληγορικά) ουρανοξύστης. Νιώθω λίγη ζήλια, που δεν έτυχε να είμαι κι εγώ μαζί σας. Σας εκφράζω τον απεριόριστο θαυμασμό μου!!!
Επίσης θέλω να ευχηθώ στο νέο Δ.Σ. που έχει και μέλη από το παλιό, να συνεχίζει το ίδιο δυναμικά και ν’ ανεβάσει το Σύλλογο και την Καλλιπεύκη ακόμη ψηλότερα. Πρόεδρε (σειρά) και οι άλλοι της γενιάς μου με τους νεότερους, πιστεύω δε θα μας απογοητεύσετε. Καλή δύναμη. Καλή Επιτυχία σας εύχομαι ολόψυχα.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΒΑΣ

Μια φωνή σίγησε για πάντα.

Μια φωνή λιγότερη άφησε στην Καλλιπεύκη μετά το θάνατο της η Παρασκευούλα Καραμπατή του Απόστολου, διότι ήταν μόνιμος κάτοικος του χωριού της.
Η Παρασκευούλα έφυγε από τον κόσμο τούτο στις 11 Νοεμβρίου 2005 για τη γειτονιά των Αγγέλων, όπου θα συναντήσει τ’ αγαπημένα της πρόσωπα: σύζυγο, μάνα, πατέρα, γιαγιά, αδέλφια κλπ.
Έκλεισε τα μάτια της παντοτινά, σε ηλικία 80 ετών. Στη μακρόχρονη ζωή της γνώρισε τις χαρές και λύπες μαζεμένες, χωρίς μέτρο, όπως τις δέχονται οι περισσότερο» άνθρωποι.

Η Παρασκευούλα ήταν τύπος που έλεγε «τα σύκα – σύκα και τη σκάφη – σκάφη», όπως καταλα­βαίνετε δε γνώριζε πολιτική για να σκέφτεται το κόστος των λόγων και έτσι καμιά φορά μπορεί να έφθανε και στην παρεξήγηση από κάποιον.

Ήταν το πρώτο παιδί από την πολύτεκνη ομογένεια του Αθανασίου Καλούση, ο οποίος χάθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο του 1947 μαζί με 150.000 θύματα και των δύο παρατάξεων, που νόμιζαν ότι θα φτιάξουν έναν άλλον πιο… όμορφο κόσμο Τόσο κόσμο, δε χάσαμε ούτε στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο!…
Από μάνα έμεινε ορφανή πολύ νωρίτερα κα από μικρό κορίτσι ανασκούμπησε τα μανίκια της και πήρε θέση μάχης για την επιβίωση, με βοηθό πρώτη και καλύτερη τη γιαγιά της Παρασκευούλα Γκουρμπαλή πρώτα της πολυμελούς οικογένειας που γεννήθηκε της πατρικής και στη συνέχεια της δικής της νέας, που δημιούργησε με το γάμο της με τον Απόστολο Καραμπατή.

Από τον ευλογημένο αυτό γάμο, γεννήθηκαν τα τρία αγόρια: ο Γιάννης, ο Θανάσης και ο Γιώργος σημερινοί οικογενειάρχες, ο καθένας με τη σειρά του.
Ατυχώς εδώ δεν είχαμε αυτό που λέει ο λαός «της καλομάνας το παιδί το πρώτο να είναι κορί­τσι» και έτσι δεν απόκτησε το κορίτσι που κάθε μέρα περιμένει και το οποίο θα είναι το αποκούμπι σ’ όλη της ζωή της και ιδιαίτερα στα γεράματα. Πώς να το κάνουμε, όσα και να προσφέρουν τ’ αγόρια στη μάνα θα είναι λιγότερα μπρο­στά στην κόρη.

Οι μόνιμοι κάτοικοι θα τη θυμούνται να βόσκει τα πρόβατα παρά την αναπηρία της που απέ­κτησε στα γεράματα. Δυστυχώς δεν έβρισκε το χρόνο να ξεκουραστεί, πού τέτοιες πολυτέλειες σ’ ένα σπίτι με κοπάδι από πρόβατα και όχι μόνο.

Ο λόγος που μου κάνει να γράψω αυτές τις γραμμές είναι να την ευχαριστήσω και γι αυτά που έκανε για μας τα μικρότερα αδέλφια της. Το σπίτι της ήταν πάντα ανοιχτό και μας καλοδεχόταν με το συχωρεμένο Αποστόλη τον άνδρα της και τα παιδιά της, όταν είχαμε την ανάγκη τους.

Δε θα ξεχάσω το ζεστό ψωμί, τις πίτες, τα γεμιστά με τις νοστι­μότατες Νεζεριώτικες πατάτες, την αχνιστή φασουλάδα, το βραστό γάλα κλπ και πάντοτε η καλή συμβουλή.
Για τα λίγα αυτά και για πολύ περισσότερα που έκανες, ας είναι ελαφρό το Νεζεριώτικο χώμα που σκεπάζει εσένα και όλους τους πατριώτες μας με τα προτε­ρήματα και τα ελαττώματα, διότι ουδείς αναμάρτητος σ’ αυτό τον κόσμο.
Στο καλό αγαπημένη μας αδελφή, ο αδελφός σου,

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΛΟΥΣΗΣ

Μόνο λίγα λόγια στη Μάνα μας που έφυγε…

Μάνα δε βρίσκεται λέξη καμία νάχει στον ήχο της τόση αρμονία… Λέει το ποίημα που μάθαμε στο δημοτικό σχολείο.

«Μάνα, γλυκιά μανούλα μου σε κράζω, είσαι μακριά μου». Έφυγες στις 10 του Νοέμβρη για τον παράδεισο. «Το μαχαίρι της λύπης βούλιαξε στην καρδιά μας». Όλοι γύρω σου με θλιμμένα μάτια, λυγμούς και δάκρυα.
Ήσουν 86 ετών κι όμως σε θέλαμε κοντά μας. Θέλαμε να μας μιλάς, θέλαμε να μας συμβουλεύεις. Θέλαμε ν’ ακουμπούμε με σιγουριά πάνω σου.
Κλαίμε μάνα γιατί σε χάσατε, κλαίμε μάνα για όσα τράβηξες να μας μεγαλώσεις, με τόσα που πέρασες ποτέ δε λύγισες. Ούτε στο ατύχημα του Βασίλη έδειξες ότι λυγίζεις ο καημός σου ήταν μεγάλος και σ’ έτρωγε συνέχεια, αλλά εσύ «βράχος». Κι όταν τον χάσαμε ήσουν απαρηγόρητη.
Ήσουν η μάνα που μαζευόμασταν όλα τ’ αδέλφια γύρω σου, ήσουν ο συνδετικός κρίκος της αλυσίδας και της οικογένειάς μας.

010 giagia

Υπέφερες τα πάντα με υπομονή και καρτερία. Δεν ήθελες ν’ αδικήσεις κανένα σου παιδί, ήσουν ακριβοδίκαια σ’ όλα σου. Ήθελες πάντα να δίνεις, να προσφέρεις και δε ζήταγες τίποτε. Κι εκείνο που μας, ζήτησες όταν ήσουν στα τελευταία σου ήταν: «Να μείνουμε ενωμένοι, νάμαστε αγαπημένοι, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον, να μη σκορπίσουμε». Και θυμάμαι με πόνο εκείνο που σε στενοχωρούσε ήταν:  Αν πεθάνεις, πού θα μας αφήσεις μόνους κι απροστάτευτους…
Σε κλάψαμε μανούλα μας όλα τα παιδιά σου, οι νύφες σου, οι γαμπροί σου, τα δέκα πέντε εγγόνια σου και τα δισέγγονα σου, σ’ αποχαιρετήσαμε όλοι μας. Ήλθαν από το χωριό οι συγγενείς μας από τον Αμπελώνα η αδελφή σου και οι άλλοι συγγενείς από τη Λάρισα και από άλλα μέρη. Και πολύς κόσμος από το χωριό τη Γλαύκη, που έμεινες τελευταία και σε φρόντιζε ως τα τελευταία σου η Γεωργία, η κόρη σου.
Σε συνοδεύσαμε ως την τελευταία σου κατοικία πλήθος κόσμου. Έτσι όπως ήθελες νάναι γεμάτο το σπίτι μας με κόσμο.
Μάνα θα μας λείπεις πάντα!
Μάνα θα σε θυμόμαστε πάντα.
Μάνα ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκέπασε!…

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΥΝΤΟΥΒΑΣ

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Οι γεροντότεροι … Καλλιπευκιώτες 

Η ζωή αυτή δεν έχει αρχή και τέλος. Άλλοι πεθαίνουν νέοι και άλλοι σε πολύ βαθιά γεράματα. Το πώς και το γιατί είναι υπόθεση του Θεού και όχι δική μας. Εξάλλου ο χασάπης, όπως λέει και λαϊκή ρήση, σφάζει από όλα τα ζώα. Και νέα και παλιά. Έτσι, σύμφωνα με αυτά, αρκετοί Καλλιπευκιώτες έχουν ξεπεράσει τα 90 χρόνια. Οι γεροντότεροι όμως,  που ζουν σήμερα και πλησιάζουν τα 100 χρόνια είναι λίγοι. Πάντως οι γυναίκες έχουν τον πρώτο λόγο σε μακροβιότητα. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας (αν είναι σωστές), οι μακροβιότερες γυναίκες σήμερα είναι η Γκαμπούρα Αγλαΐα του Αστερίου και η Καλούση Παγώνα του Αλέξη (Αλέξινα Γκουγκουνέλινα).

009 Kaloush     013 Gampoura

Καλούση Παγώνα – Γκαμπούρα Αγλαΐα

     Η γιαγιά Γκαμπούρα Αγλαΐα είναι από το γένος του Αποστόλη Κάγκουρα και σήμερα είναι 99 χρόνων (ούτε και αυτή θυμάται). Διαμένει στη Λάρισα από το 1960 και ζει μαζί με το γιο της τον Αγοραστό. Είναι πολύ καλά στην υγεία της και το μόνο πρόβλημα που έχει είναι τα αφτιά της γιατί δεν ακούει καλά. Τα ίδια ακριβώς χρόνια έχει και η Καλούση Παγώνα.  Αυτή είναι από το γένος Τριαντάφυλλου Μαντά (Τσιμπιρή) και ζει στην Αθήνα μαζί με το γιο της Γιάννη. Από πλευράς  υγείας είναι και αυτή καλά αλλά αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με τα πόδια της και βρίσκεται συνέχεια στο κρεβάτι.

Ο γηραιότερος από τους άντρες, μέχρι και τις 27 του περασμένου Δεκέμβρη, ήταν ο Παπαδόντας Γεώργιος του Θεοχάρη που ζούσε στον Αμπελώνα από το 1951 περίπου. Πέθανε σε ηλικία 96 ετών στις 27 Δεκεμβρίου 2005. Μακροβιότερος αυτή τη στιγμή (αν έχουμε καλή πληροφόρηση) είναι ο Θωμάς Γκουγκουλιάς (Παντζάλας). Γεννήθηκε το 1911, ζει στην Καλλιπεύκη, έχει καλή υγεία και σήμερα (2006) είναι 95 ετών. Σε απόσταση αναπνοής τον ακολουθούν και αρκετοί άλλοι με 90, 91 και 92 χρόνια.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Οι πρώτοι μετανάστες στη Γερμανία

Οι πρώτοι Καλλιπευκιώτες που πήγαν μετανάστες στη Γερμανία ήταν ο Δημήτρης Παπαδημητρίου το Ζαφείρη και ο Μπουρονίκος Χρήστος του Αστερίου το έτος 1959». Ο Χρήστος σήμε­ρα βρίσκεται στον Καναδά. Όπου ζει με την οικογένεια του. Ο Δημήτριος ζει και αυτός οικογενειακά στη Λετττοκαρυά, όπου πριν μερικά χρόνια είχε εστιατόριο με το γαμπρό του Γιάννη Πατούλα.

Το μαγαζί του έγραψε ιστορία όσο το λειτουργούσαν αυτοί και όλοι οι Καλλιπευκιώτες περνούσαμε από εκεί για έναν καφέ και για την ωραία ατμόσφαιρα. Τα χρόνια όμως πέρασαν. Οι καιροί άλλαξαν, ο καλαμπουρτζής μπάρμπα – Γιάννης μας άφησε και ο Μήτσος της Ηράκλειας, όπως τον ξέρουμε οι περισσότεροι, είναι συνταξιούχος. Το μαγαζί το έδωσαν σε κάποιον άλλον να το δουλεύει, ενώ ο ίδιος ασχολείται με ενοικιαζόμενα δωμάτια. Κάπου – κάπου περνούμε από εκεί και τα λέμε.

014 G 015 G

Αύγουστος 1961 στο “Μερκέζι”

Τις περασμένες Αποκριές πάλι ανταμώσαμε και αυτή τη φορά τα είπαμε για τα καλά. Μας ά­νοιξε την καρδιά του και μας μίλησε με νοσταλγία και περηφάνια για τα περασμένα, αλλά κυρίως για τα χρόνια που ήταν μετανάστης. Μας τα εξιστόρησε όλα από την αρχή και ας παρακολουθήσουμε τα όσα μας είπε. Πραγματικά έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.

 

«Προτού να μεταναστεύσω, γύρισα όλα τα βουνά και άφησα τα ρούχα μου στα έλατα μαζεύοντας οξό από τα έλατα. Φτώχεια μεγάλη, αλλά και όρεξη για ζωή. Το χωριό δε με κρατούσε και α­ποφάσισα να ξενιτευτώ. Ήμουν ο πρώτος μετανάστης στη Δυτική Γερμανία. Πήγα σαν τουρίστας με παπούτσια αλβανικά, παντελόνι Μάλτας και για βαλίτσα χρησιμοποίησα ένα τσουβάλι από λινάτσα που έβγαζε κάργα! Και όλα αυτά λόγω έλλειψης χρημάτων. Αγαπητοί πατριώτες Καλλιπευκιώτες, μετανάστες σε όλα τα μέρη της γης, ο καθένας σας έχετε τη δική σας περιπέτεια όπως κι εγώ. Και σήμερα αποφάσισα να σας γράψω την περιπέτεια μου σαν τουρίστας με τον τροβά για τη Γερμανία στις 13 Δεκεμβρίου 1959. Ξεκινήσαμε με μια σύσταση που είχαμε από δύο αδέρφια του Δημ. Γερομιχαλού από την Άνω Σκοτίνα. Ήταν Οκτώβριος μήνας και είχε μια μέρα όλο ομίχλη, δεν έβλεπες το δάκτυλο σου.

016 G senden

Σουηδία 1961: Όρθιοι: Δούκας (δεύτεροσ) Β. Παπαδημητριου Δ.(τρίτος), καθιστοί: Καρατόλιος Γ. Παπαδημητρίου Γ. Δούκας Γ.

017 G oloi

Αυστρία

Ξεκινήσαμε με το Χρήστο το Μπουρονίκο, τον ξάδερφο μου και πήγαμε στο Νεράκι στα σύ­νορα Καλλιπεύκης – Σκοτίνας, μέσα στο δάσος για να βρούμε το Γερομιχαλό. Φωνάζαμε μέσα στο αχανές δάσος να μας ακούσει. Και θυμάται τι λέγαμε τότε με το Χρήστο: «Αυτή η αντάρα θα φέρει μια μέρα με ήλιο και ξαστεριά», και όπως έφερε, καλές μέρες στη ζωή μας και στο μέλλον μας.

Τέλος πάντων, βρήκαμε το Γερομιχαλό, πήραμε τη σύσταση και ετοιμαζόμαστε τέσσερα παι­διά για να φύγουμε. Εγώ, ο Χρή­στος, ο Ζήσης Καστόρης του Κανάκη και ο μακαρίτης ξάδερφος μου Κώστας Παπαδημητρίου ή Γιαννούλας.

Ξεκινήσαμε να πάμε στη Ραψάνη να βγάλουμε φωτογραφίες για τα διαβατήρια. Φωτογράφος ήταν ο γνωστός Γιαννούλας, αλλά αυτός είχε πάει στην Αιγάνη όπου γινόταν πανηγύρι. Πήγαμε τότε ποδαρόδρομο ως την Αιγάνη. Εκεί βγάλαμε φωτογραφίες και γυρίσαμε στο χωριό. Εκεί όμως, μετάνιωσαν ο Ζήσης και ο Κώστας και μείναμε ο Χρήστος και εγώ. Ειλικρινά, αγανακτισμένος, απελπισμένος, άφραγκος και ψύχραιμος, είπα η φτώχεια δεν υποφέρεται άλλο. Και τότε λέγω στο Χρήστο: Ή με ακολουθείς ή φεύγω μόνος μου. Τελικά, με ακολούθησε και κατεβήκαμε στη Λάρισα να βγάλουμε διαβατήρια. Εκεί παρουσιάστηκαν άλλα εμπόδια. Η Νομαρχία δεν ήθελε να μας βγάλει χαρτιά, διότι έδιναν μόνο για σπουδές, αλλά τελικά τα καταφέραμε και μας έδωσαν τα διαβατήρια μετά από δύο εβδομάδες.

Χρήματα δεν υπήρχαν και όσο να ετοιμαστούν τα χαρτιά καθόμασταν στη Λάρισα και τρώ­γαμε μια φορά την ημέρα, μόνο μεσημέρι, σε ένα εστιατόριο που το έλεγαν «Μοράνο», αν θυμάμαι καλά. Τα βράδια κοιμόμασταν στο Αλκαζάρ και επειδή ο Χρήστος κάπνιζε πάρα πολύ, τον μάζευα γόπες για να καπνίσει. Ευτυχώς εγώ δεν κάπνιζα.

Πήγαμε πάλι στο χωριό για να ετοιμάσουμε, αλλά χρήματα δεν υπήρχαν. Τότε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, πήρε προκαταβολή από το γαλατά το Ζαρογιαννη 3.000 δρχ., που ήταν ακριβώς 100 δολάρια Αμερικής. Αυτά έπρεπε να τα φυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού προκειμένου να περάσουμε από τα σύνορα Αυστρίας – Γερμανίας. Είχαμε κάτι ψιλά να κινηθούμε κατά το ταξίδι κινήσαμε από Καλλιπεύκη για Λεπτοκαρυά με τα πόδια, αλλά εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ο Χρήστος που ήταν ράφτης στο επάγγελμα και μεγαλύτερος μου, επειδή ντρεπόταν, δε θέλει να πάρει καθόλου το τσουβάλι – λινάτσα, τη βαλίτσα μας όπου είχαμε τα μάλλινα ρούχα. Τότε εγώ σαν μικρότερος, αναγκάστηκα να το κουβαλήσω από την Καλλιπεύκη ως τη Σκοτίνα και τη Λεπτοκαρυά. Από εκεί θα παίρναμε το τρένο για τη Θεσσαλονίκη. Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη και πήγαμε να βγάλουμε εισιτήριο. Εκεί μας είπαν ότι πρέπει να βγάλουμε και βίζα από το προξενείο της Γιουγκοσλαβίας. Ήταν θυμάμαι, ημέρα Παρασκευή και οι Γιουγκοσλάβοι είχαν εθνική γιορτή. Δε δούλευαν και τη βίζα θα την παίρναμε τη Δευτέρα. Πάλι δυσκολίες, στενοχώρια.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, ο Χρήστος θέλει τσιγάρα πάλι και δε θέλει να φάμε μια μακαρονά­δα να σταθεί λίγο η ψυχή μας. Τον παίρνω, λοιπόν, να ψάξουμε για γόπες περπατώντας όλη τη νύχτα μέσα στους δρόμους. Εκεί που δεν ξέραμε κατά πού πέφτει η Θεσσαλονίκη, τη μάθαμε απ’ έξω. Εκεί στη Θεσσαλονίκη πρωτοφορέσαμε γραβάτα κάτω από μια λάμπα πεζοδρομίου. Έπρεπε να φοράμε γραβάτα γιατί στα διαβατήρια μάς είχανε δηλώσει τουρίστες και όχι εργάτες.

018 G germanos 019 G auto

Ο γαμπρός και τα μπρατίμια – Αύγουστος 61 το πρώτο αυτοκίνητο στην Καλλιπεύκη

Τη Δευτέρα το βράδυ, 13 Δεκεμβρίου 1959, μπαίνουμε στο τρένο για τη Γερμανία. Στην τσέπη δεν υπάρχει ούτε δραχμή, εκτός από τα 100 δολάρια, τα οποία τα είχαμε για να περάσουμε τα σύνορα Αυστρίας – Γερμανίας. Εδώ όμως ήταν να κλαις και να γελάς. Γραβάτα ο Μήτσιος, γραβάτα και ο Χρήστος χωρίς δραχμή στην τσέπη. Συνάμα να είναι και τουρίστες! Και το τσουβάλι στην αγκαλιά να μην το χάσουμε. Αλλά, πώς θα μοιάζαμε τουρίστες χωρίς τσουβάλι; Και Μάλτα παντελόνι και αλβανικά παπούτσια; Οι μεγάλοι τα γνώριζαν αυτά και στους νέους φαίνονται παράξενα. Η Ελλάδα δεν ήταν πάντα όπως σήμερα.

Αυτά είναι τα απίστευτα και όμως αληθινά. Ο Χρήστος που βρίσκεται στον Καναδά, όταν πάρει την εφημερίδα θα του σηκωθούν οι τρίχες της κεφαλής του, γιατί τον γυρίζω πολλά χρόνια πίσω. Τελικά ταξιδέψαμε όλη νύχτα, φτάσαμε στα σύνορα της Αυστρίας, έγινε ο έλεγχος των διαβατηρίων και των 100 δολαρίων. Εμείς περάσαμε από όλα, αλλά όσοι δεν είχαν τα 100 δολάρια, τους γύρισαν στην Ελ­λάδα.

Τα στομάχια μας τώρα ήταν άδεια και χτυπούσαμε στα λαγγόνια. Ένας νεαρός Θεσσαλονικιός, Ντάρος λεγόταν, ήταν στο ίδιο κουπέ με μας. Πήγαμε στο Μόναχο. Εκεί σπούδαζε ο αδερφός του γιατρός και του πήγαινε τρία καρβέλια ψωμί χωριάτικο, ώρα του καλή τού ανθρώπου, μας κατάλαβε που πεινούσαμε και έκοψε από ένα καρβέλι και μας έδωσε. Βολευτήκαμε πρόχειρα και καμιά φορά φτάνουμε στο σταθμό του Μονάχου. Από εκεί θα πηγαίναμε με άλλο τρένο 10 χλμ. μακριά. Η πόλη λεγόταν Νιου Ουλμ. Και τώρα, άντε να βρεις ποιο τρένο και ποια γραμμή πρέπει να πάρουμε, με γλώσσα καθόλου, το τσουβάλι στον ώμο και άντε να τα βγάλεις πέρα με τόσο κόσμο αγράμματοι άνθρωποι! Η γραβάτα χτυπούσε στα στήθια μας σαν τα καλοκαιρινά κουδούνια στα κουρεμένα πρόβατα. Και από πάνω να είμα­στε ταπί και ψύχραιμοι. Τελικά βρήκαμε το τρένο και καμιά φορά φτάσαμε στο περιβόητο Ουλμ.

Από το σταθμό πήραμε ταξί για να μας πάει στην πόλη που δούλευε ο φίλος μας ο Γερομιχαλός από τη Σκοτίνα. Για κακή μας τύχη πάλι, ο φίλος μας είχε φύγει από αυτή τη δουλειά και είχε πάει σε ένα χωριό 20 χλμ. έξω από την πόλη. Μας έστειλαν τότε στο Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας για να μας πουν πού δουλεύει και πού μένει. Εκεί, πράγματι μας εξυπηρέτησαν ευγενκά. Ίσως συγκινήθηκαν οι άν­θρωποι σε τέτοια κατάσταση που μας είδαν, με γραβάτες από τη μια και το τσουβάλι από την άλλη. Για να πάμε στο χωριό Σέντεν που έμεινε ο φίλος μας έπρεπε να βρούμε το πρακτορείο των λεωφορείων. Το χωριό ήταν 5 χλμ. μακριά. Πήραμε το λεωφορείο και εμείς στεκόμασταν μπροστά στην πόρτα και δείχναμε τη σύσταση μήπως και προσπεράσουμε το χωριό και χαθούμε πάλι. Ώρα της καλή μια ευγενική Γερμανίδα, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι η σύσταση αυτή ήταν στη γειτονιά της.

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, χιόνι κάργα και η θερμοκρασία κάτω από το μηδέν. Αλλά πάλι εί­χαμε ατυχία. Ο φίλος μας μόλις είχε φύγει, γιατί ήταν νυχτερινός. Όλα αυτά μας έδωσε να κα­ταλάβουμε η σπιτονοικοκυρά του, μια ψυχρή και άπονη γυναίκα. Δε συγκινήθηκε ούτε από το τσουβάλι που κουβαλούσαμε. Όμως ξέχασα να σας πω ότι το τσουβάλι Καλλιπεύκη – Γερμανία το είχα χρεωθεί εγώ με «εκατόν οχτώ». Ο Χρήστος μου έλεγε, αν δε θέλεις να το κουβα­λήσεις, πέτα το, εγώ δεν το παίρνω. Και έτσι τα χάλια του τσουβαλιού ήταν όλα δικά μου.

Ήταν αργά νύχτα και απένα­ντι από το σπίτι ήταν ένα δασάκι από έλατα. Εκεί τη βγάλαμε όλη τη νύχτα μέχρι να ξημερώσει και να έρθει ο φίλος μας από τη δουλειά, τον οποίο δεν τον γνωρίζαμε φατσικώς. Τέλος πάντων, είπαμε από πού είμαστε και ότι οι δικοί μας γνώριζαν τον αδελφό του που ήταν μαζί τσοπάνοι στη Δουριανή. Εδώ είχαμε και λίγο τύχη. Ο φίλος μας, μας πήγε σε ένα άλλο εργοστάσιο ξυλουργικό και μας έβαλε στη δουλειά. Ήμασταν πολύ εργατικοί και μας έδωσαν ένα δωμάτιο μέσα στο εργοστάσιο, όπου ήρθε μετά και ο φίλος μας και μέναμε μαζί. Ηταν παραμονές Χριστουγέννων και οι Γερμανοί ψώνιζαν χριστουγεννιάτικα. Βγήκαμε και εμείς στην αγορά. Άλλοι μας κοιτούσαν άγρια, γιατί είχαν χάσει και από εμάς τον πόλεμο και άλλοι μας πλησίαζαν. Πληρωθήκαμε τα πρώτα 65 μάρκα για μια εβδομάδα. Το ένα μάρκο ήταν τότε 7,50 δρχ. Αρχίσαμε με το Χρήστο τις οικονομίες και όταν γράφαμε στους δικούς μας στο χωριό, γράφαμε από μία κόλλα και τις βάζαμε στον ίδιο φάκελο.

020 G gamos
Ο γάμος του Δ. Παπαδημητρίου στη Λεπτοκαρυά

Πέρασαν τα Χριστούγεννα, αλλά κανένας Γερμανός δε μας έκανε πρόταση να γιορτάσουμε μαζί. Ένας Γερμανός, αλλά Σέρβος στην καταγωγή, ελαφρύ να είναι το χώμα που τον σκέπασε, είχε πάει στη Γερμανία μετά τον πόλεμο και παντρεύτηκε μια Γερμανίδα με την οποία απέκτησαν 4 αγόρια και 3 κορίτσια.

Τα 6 ήταν παντρεμένα. Με αυτόν δουλεύαμε μαζί και το σπίτι του ήταν ένα χιλιόμετρο μακριά. Αυτός την παραμονή των Χριστουγέννων μας είπε ότι θα έρθει να μας πάρει για να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα. Πράγματι, την πρώτη μέρα μας πήρε και φάγαμε μαζί. Αυτός ήξερε τι θα πει μετανάστης. Είχε δικά του κοτόπουλα και περάσαμε πολύ καλύτερα από τα Καλλιπευκιώτικα Χριστούγεννα, γιατί τα περνούσαμε στις Καρυές, βόσκοντας τα γίδια. Ξέχασα να αναφέρω ό­τι μόλις πήραμε τα πρώτα χρήματα, βγήκαμε για ψώνια και πήγαμε σε ένα μεγάλο σφαγείο ό­που έσφαζαν ένα άλογο που το είχαν σκοτώσει με πιστόλι. Το αίμα οι Γερμανοί το μάζεψαν, γιατί το έβαζαν στα σαλάμια. Από τότε ο Χρήστος δεν ξανάφαγε σαλάμι, ούτε άλλα κρέατα. Ε­δώ τελειώνει η ιστορία για το 1959 και μπαίνουμε στο νέο χρόνο.

Εδώ τώρα αρχίζει το Καλλιπευκιώτικο κουτσομπολιό. Ρω­τούσαν οι χωριανοί τους γονείς μας και τους συγγενείς να μάθουν τι κάνουμε και αυτοί απαντούσαν πως είμαστε καλά, ότι πιάσαμε δουλειά και ότι όλα είναι μια χαρά. Τότε μερικοί χωριανοί άρχισαν να σχολιάζουν και έλεγαν ότι χαθήκαμε στη Γιουγκοσλαβία και ότι δεν έχουμε εισιτήρια για να γυρίσουμε.

Στο μεταξύ στη Γερμανία είχε κάθε Σάββατο χορούς με ορχήστρες. Εμείς, παιδιά, τότε, με ροδοκόκκινα μάγουλα από το πεύκο, ντυθήκαμε καλά, περιποιηθήκαμε και πήγαμε στο χορό. Οι Γερμανίδες μάλωναν ποια να μας πρωτοπορεί για να χορέψει με μας. Μας πήγαν στα μπαρ, μέθυσαν μαζί μας και βγάλαμε «πονηρές» φωτογραφίες. Μια μέρα θυμήθηκα μια ιστορία με το Στέργιο τον Κατσιαούνη και τον Πούλιο τον Τσιούγκο. Ο Πούλιος είχε πει κάποτε στο μακαρίτη τον Ανδρέα Μιχαντά. «Μαγαζί έ­χεις εσύ, Ανδρέα; Επιτρέπεται να μην έχει δύο “κορίτσια” μέσα στο μαγαζί;». Τότε σκέφτηκα ότι, αφού λένε κουτσομπολιά στο χωριό, θα τους κάνουμε κι εμείς «αντίποινα». Στείλαμε στον Αν­δρέα αυτές τις φωτογραφίες και αυτός τις έβαλε στο καφενείο για να βλέπουν οι παππούδες.

Εκεί καταλάβαμε πώς ζουν οι άνθρωποι και τελικά πήραμε την απόφαση να μείνουμε εκεί, να κάνουμε λίγα χρήματα, να καλοζήσουμε και αργότερα να γυρίσουμε στην πατρίδα. Αφού πέ­ρασε λίγος χρόνος, είπα στο Χρήστο, που ούτε το τσουβάλι κουβαλούσε ούτε μαγείρευε, ότι πρέπει να παντρευτούμε, να πάρουμε δυο κορίτσια από τον τόπο μας για να προκόψουμε. Ζητήσαμε διαμέσου των συγγενών μας, κορίτσια από το χωριό, αλ­λά η απάντηση ήταν αρνητική και περιφρονητική. Νόμισαν ότι αλητέψαμε και πέσαμε απότομα στην εξέλιξη. Δεν …είδατε τις φωτογραφίες που έστειλαν έλεγαν.

Βρισκόμαστε στο τέλος του 1960 και έρχεται στη Γερμανία ο αδερφός μου ο Γιάννης, μικρό παιδί με κοντά παντελόνια και ο ξάδελφος μου ο Βαγγέλης ο Δούκας. Έπιασαν μαζί μας δουλειά. Μετά από δύο – τρεις μήνες παίρνουν τη σύσταση μας ο Αντώνης Κατσιούλας, ο Απόστολος Γκουντουβάς του Βασίλη και ο Γιώργος Καρατόλιος του Ιωάννη και έρχονται και αυτοί στη Γερμανία. Μένουν μαζί μας, εί­μαστε στο ίδιο εργοστάσιο και οι Καλλιπευκιώτες γίναμε έξι άτομα. Μετά από λίγο καιρό έρχο­νται άλλα τρία άτομα από τους Γόννους. Ο Γιώργος Τσιούρβας, ο Σωτήρης Χατζής και ο κουμπάρος μου Γιάννης Γιαννάκης ή Μπουτιός και έτσι γίναμε 9 άτομα. Δουλεύαμε και διασκεδάζαμε όλοι μαζί, αγαπημένοι και ενωμένοι. Μέσα σ’ αυτό το χρόνο ήρθαν και άλλοι από Καλλιπεύκη και Σκοτίνα. Μάθαμε λίγα γερμανικά και μπορούσαμε να επικοινωνούμε. Εγώ πολλές φορές έκανα το διερμηνέα και εξυπηρετούσα στη δουλειά και στο Δη­μαρχείο όταν με φώναζαν γιατί άρχισαν να έρχονται πολλοί Έλληνες και έπρεπε να γραφούν στα Δημοτολόγια.

Κάποτε αποφάσισε να έρθει και ο αείμνηστος γαμπρός και α­δερφός μου, ο Γιάννης Πατούλιας ή Γιάννης, έτσι τον ήξεραν οι μεγάλοι. Ήρθε μαζί με την αδελφή μου τη Μαρία και μαζί αντιμετωπίσαμε πολλές καταστάσεις. Με τα ατελείωτα καλα­μπούρια του ξεχνούσαμε τα βάσανε της ξενιτιάς. Σιγά – σιγά κάναμε σχέσεις με Γερμανούς και μας καλούσαν για καφέ. Βγαίναμε μαζί έξω και διασκεδάζαμε. Πολλούς από αυτούς τους φιλοξενήσαμε στην Ελλά­δα, στη Λεπτοκαρυά, για να ανταποδώσουν την καλοσύνη που μας έδειξαν. Πέρασαν από τότε περίπου 44 χρόνια και ακόμη διατηρούμε σχέσεις, αλληλογραφούμε και τηλεφωνούμαστε. Έχουν να λένε ακόμη για μας, το ίδιο και εμείς.

Αυτά μένουν στη ζωή, όπως λέει και ένα τραγούδι «Όλα περνούν και χάνονται σαν τα λου­λούδια του Απρίλη και στη ζωή μας μένουν μόνο οι καλοί μας φίλοι «Ήμασταν αγαπημένοι Έλληνες και Γερμανοί. Εμείς δείξαμε άψογη διαγωγή γι’ αυτό και είμαι περήφανος που είμαι από την Καλλιπεύκη. Διότι οι Καλλιπευκιώτες όπου και αν βρισκόμαστε εντός και εκτός Ελλάδας, είμα­στε το παράδειγμα και προπαντός γλεντζέδες, φιλόξενοι και κοινωνικοί.

Το έτος 1961 αρχίσαμε πλέον να διασκορπίζουμε σε διάφορες δουλειές. Εγώ παίρνω απόφαση και έρχομαι στην Ελλάδα με άδεια για να παντρευτώ. Παίρνω γυναίκα από τη Λεπτοκαρυά και μέσα σ’ ένα χρόνο αρραβωνιάζομαι, παντρεύομαι και βγάζω χαρτιά για τη γυναίκα μου. Όταν ήρθα, ήρθα με δυο Γερμανούς

δασκάλους τον Ούβερ και το Γιόζεφ, τους φιλοξένησα στην Καλλιπεύκη και πήγαμε στον Όλυμπο με τα πόδια. Έμειναν πολύ ευχαριστημένοι. Τότε έφερα και μια ξυριστική μηχανή στον αστυνόμο Ρεντίνα Αναστάσιο, κατόπιν παραγγελίας, αλλά όταν το έμαθε ο τότε γραμματέας Μασούρας Αστ., δεν με εξυπηρετούσε για να βγάλω τα χαρτιά της γυναίκας μου. Αλλά τέλος καλό, όλα καλά. Όταν φτάσαμε με τους Γερμανούς στο χωριό, οι περισσότεροι δρόμοι ήταν αδιάβατοι και για να περάσει το αυ­τοκίνητο, ρίχναμε ξύλα μπλάνες ώσπου να φτάσουμε στο σπίτι μου. Το βράδυ βγήκαμε στο κα­φενείο του Μιχαντά και παρόλο που ήταν τέλος Αυγούστου και ο κόσμος είχε ακόμη αλώνια, το καφενείο γέμισε από χωριανούς για να δουν τους Γερμανούς. Μαζί μας καθόταν ο αστυνόμος και οι Γερμανοί φοβήθηκαν γιατί τους κοιτούσαν με περιέργεια. Τους εξήγησα ότι είναι οι πρώτοι Γερμανοί που έρχονται μετά τον πόλεμο και ο αστυνόμος μου είπε να τους πω να μη φοβούνται, διότι εδώ έχουμε ελεύθερη Ελλάδα. Και μετά από τις εξηγήσεις αυτές οι Γερμανοί πήραν θάρρος.

Το 1961 φύγαμε από αυτή την πόλη με ένα φίλο μου από τη Σκοτίνα, το Μήτσιο Πλεξίδα, και πήγαμε βόρεια στο Λιούμπεκ, 800 χιλιόμετρα από το Ουλμ και 60 από το Αμβούργο, το μεγαλύ­τερο λιμάνι της Γερμανίας. Αλλά και εδώ είχαμε μεγάλη ατυχία. Πέσαμε σε τυφώνα. Είχε πολύ αέρα, πολύ βροχή φούσκωσε η θάλασσα και έκανε μεγάλες καταστροφές σε λιμάνια και εργοστάσια. Δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Ρεύμα δεν υπήρχε και οι σταθμοί, λιμάνια, αεροδρόμια κλπ., ήταν με λαμπάδες. Ξενοδοχεία δεν υπήρχαν γιατί τα ξεσκέπασε ο αέρας και οι άνθρωποι απαγορευόταν να κυκλοφορούν. Τη βγάλαμε δυο μερόνυχτα στο σιδηροδρομικό σταθμό με τη γυναίκα μου. Και μετά από τέτοιο κακό, πού να βρεις δουλειά; Τελικά, μετά από δύο μέρες, πιάσαμε δουλειά σ’ ένα μεγάλο εργοστάσιο όπου δούλευαν 30.000 εργάτες σε τρεις βάρδιες. Από τις τριάντα χιλιάδες, οι είκοσι εννιά χιλιάδες ήταν γυναίκες και μόνο 1.000 άνδρες, μηχανι­κοί, διευθυντές και λίγοι εργάτες, όπως εμείς. Από την πρώτη κιόλας μέρα εργασίας μας όρμη­σαν οι Γερμανίδες να μας φάνε, γιατί ήταν όλες χήρες από τον πόλεμο. Οι γυναίκες μας φοβή­θηκαν μη μας χάσουν και μας το είπαν καθαρά: «Ή πάμε στην παλιά πόλη ή γυρίζουμε στην Ελλά­δα». Ο φίλος μου που ήταν λίγο του «γλυκού νερού», μου είπε να διώξουμε τις γυναίκες στην Ελ­λάδα για να έχουμε «άσυλο». Εγώ διαφώνησα και πήγα να ψάξω δουλειά σε άλλο εργοστάσιο. Πήρα τη γυναίκα μου και πιάσα­με δουλειά σε εργοστάσιο που έφτιαχνε κονσέρβες, διότι είχε θάλασσα. Είχε επίσης εκεί εργοστάσιο αυτοκινήτων και βαμβακουργίας. Σ’ αυτό το χωριό είχαμε συμπληρώσει με τη γυναί­κα μου 6 μήνες και 6 μήνες είχα­με να μιλήσουμε ελληνικά, γιατί δεν βγήκαμε καθόλου έξω. Το χωριό λεγόταν Σχλούτοπ και απείχε από την Ανατολική Γερμα­νία 100 μέτρα. Εκεί ήταν η τελευταία στάση του λεωφορείου και μετά από 6 μήνες το πήρα για να πάω στην πόλη. Στην πόλη βρήκα ένα συμμαθητή μου από τους Γόννους. Ήταν ο Στέλιος Παζιάνας. Στην Κατοχή η οικογένεια μου και οι συγγενείς μας οι Μπουρνικάδες, μέναμε στους Γόννους και με το Στέλιο πηγαίναμε μαζί σχολείο και παίζαμε μπάλα στ’ αλώνια. Ήταν σε μικρότερη τάξη και τον φωνάζαμε ο Τσιλής ο Μαύρος ή ο Τσιλής της Αρχόντως. Τον κοιτάζω, λοιπόν, καλά στη στάση και τον φωνάζω: «Τσιλή Μαύρε, Τσιλή της Αρχόντως». Αυτός μόνο που δεν έπεσε κάτω από τον αιφνιδιασμό που του έκανα. Δε με γνώρισε αλλά κατόπιν του θύμισα τα παλιά και θυμήθηκε. Τον ρώτησα πώς βρέθηκε στη Γερμανία και μου είπε ότι σπούδαζε, αλλά έμπλεξε με μια Γερμανία και τα παράτησε. Αργότερα έμαθα ότι παντρεύτηκε. Εδώ αφού τακτοποιήθηκα από σπίτι και δουλειά, έφερα από την προηγούμενη πόλη το γαμπρό μου Γιάννη Πατούλια, την αδελφή μου Μαρία, τον αδελφό μου Γιάννη και το μακαρίτη πρώτο ξάδελφο μου Νίκο Μπουρονίκο, αδελφό τού Χρήστου. Κατόπιν έφερα από την Ελλάδα την αδελφή μου Βαγγελή. Μετά από ένα χρόνο περίπου, γέμισε και αυτό το χωριό από Καλλιπευκιώτες πάλι. Ήρθε ο Αντώνης Απ. Κατσιούλας, ο Γιάννης Μασούρας στο εργο­στάσιο αυτοκινήτων με σύμβαση.

Ήρθαν επίσης με σύμβαση τα αδέλφια Κώστας, Πέτρος και Δημήτριος Παπαστεργίου (Κόλιας), ο Κώστας Κανελλιάς της Νάσαινας της Μπανούσαινας. Τα γράφω με τα παρατσούκλια για να καταλαβαίνουν όσοι διαβάζουν. Κι εμείς έχουμε το ψευδώνυμο Καλαμητρώνης ή Γιαννούλας, ενώ λεγόμαστε Παπαδημητρίου.

Η θητεία μας στη Γερμανία κράτησε 7 χρόνια. Δουλεύαμε 16 ώρες την ημέρα, Σάββατα, Κυριακές, Χριστούγεννα και Πασχαλιά. Εργαζόμασταν υπερωρίες γιατί είχε πολύ δουλειά, οι Γερμανοί όμως εργάζονταν μόνο 8 ώρες. Κάναμε καλά μεροκάματα και το αφεντικό μας είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Εμείς ανοίγαμε και κλείναμε το εργοστάσιο, εμείς ήμασταν «αφεντικά». Όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε στη Λεπτοκαρυά, το αφεντικό στεναχωρήθηκε πολύ και μας είπε, αν καθίσουμε, θα μας βοηθήσει να βγάλουμε νταλίκα για να κάνουμε μεταφορές τα προϊόντα τα δικά του. Μας είπε και τούτο: «Καλά κάνετε και φεύγετε στην πατρίδα σας, γιατί κι εκεί θα προκόψετε, διότι είστε εργατικοί». Εγώ δούλευα στην κουζίνα και έφτιαχνα πάνω από 50 είδη κονσέρβας. Και όταν ερχόταν υγειονομικός έλεγχος, πάντα μας έδιναν συγχαρητήρια.

Το 1966 ανοίγουμε μια νέα σελίδα. Γυρίζουμε στην Ελλάδα, στη Λεπτοκαρυά και ανοίγουμε πρατήριο βενζίνης και εστιατόριο. Το μαγαζί που αγοράσαμε ήταν παρατημένο. Πελάτες δεν είχε καθόλου. Πρώτα ήρθα εγώ με τη γυναίκα μου και μαζί με την αγορά, παραλάβαμε και πολλά προβλήματα. Κατόπιν ήρθε και ο γαμπρός μου ο Γιάννης με την αδελφή μου και γίναμε τρεις οικογένειες μαζί με τους παππούδες.

Εδώ αρχίζουν πάλι τα δύσκολα. Δε βγάζαμε από το μαγαζί ούτε για φαγητό. Αποφασίζω τό­τε να φύγω μετανάστης για τον Καναδά. Γράφω στο εργοστάσιο στη Γερμανία και μου στέλνει έ­να δίπλωμα μάγειρα. Αφού πήρα το δίπλωμα είπα στον εαυτό μου ότι δεν το κουνάω από εδώ και θα δείξουμε όλοι τι αξίζουμε. Εμείς έχουμε γονίδιο Καλλιπευκιώτικο, καταγόμαστε από περήφανο χωριό και δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω. Και πραγματικά, χωρίς να έχουμε ιδέα από μαγειρική, εστιατόρια και βενζινάδικα, μέσα σε δύο χρόνια σταθήκαμε στα πόδια μας, ορθώσαμε το μαγαζί με τον τρόπο μας, και κάναμε να μας αγαπήσουν και αυτοί που δεν ήθελαν να μας δουν, γιατί έλεγαν ότι τους πήραμε το «μάτι» του χωριού, δηλ. το καλύτερο μαγαζί.

Μέσα σε λίγα χρόνια κατορθώσαμε να μην προλαβαίνουμε για να φάμε από την πολύ και καθαρή δουλειά που κάναμε. Με τον αείμνηστο Γιάννη, φάγαμε σαράντα χρόνια γλυκό ψωμί. Είχαμέ ένα ταμείο, ένα έξοδο. Παραπάνω από μισή ζωή ήμασταν αλυσίδα. Δεθήκαμε σαν μια οι­κογένεια γι’ αυτό και προκόψαμε.

Όλη αυτή την ιστορία, τη χαρίζω σε όλους τους αγαπημέ­νους και άξιους Καλλιπευκιώτες, γιατί είναι ικανοί και το έ­δειξαν με το θάρρος τους και την παλικαριά τους. Εγώ σήμερα ζω στη Λεπτοκαρυά, και μετά από όλα αυτά που σας διηγήθηκα, είμαι με τέσσερα μπάι-μπας και ο αείμνηστος αδερφός Γιάννης Πατουλιάς, έφυγε από τη ζωή. Μας κόστισαν όλα αυτά με τη ζωή μας. Μετά την επέκταση της Εθνικής Οδού και το φράξιμο που μας έκαναν, η ζημιά στην επιχείρηση μας (εστιατόριο, ξε­νοδοχείο, βενζινάδικο), ανέρχεται στο 90%. Αλλά και πάλι λέμε «Δόξα το Θεό», αγαπητοί συ­μπατριώτες. Όπου φτάνει η «Ωραία Καλλιπεύκη» η εφημερίδα του Συλλόγου μας, διαβάστε και τη δική μας ιστορία.

Υστερόγραφο:

Στο τέλος αφήσαμε δύο αστείες ιστορίες, που μας διηγή­θηκε πάλι ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Ας τις απολαύσουμε:

Α. Κάποτε ήμασταν με το γαμπρό μου στη Γερμανία στο Λιούμπεκ, είχαμε αφήσει μούσια και γένια για ένα διάστημα. Αφού μεγάλωσαν τα γένια μας αρκετά, πήγαμε με το Γιάννη σε ένα εργοστάσιο όπου εργάζονταν και έμειναν πολλοί Έλληνες. Εκεί σταθήκαμε σαν αδιόριστοι παπάδες και περνούσαν πολλές γυναίκες για να μας δουν και να πάρουν την ευχή μας. Γονάτιζαν και μας φιλούσαν τα χέρια. Ο καλαμπουρτζής ο Γιάννης, κάθε φορά που του φιλούσαν το χέρι, έλεγε: «Την ευχή μου να έχετε τέκνα μου». Εμείς δεν μπορούσαμε να συγκρατηθούμε από τα γέλια.

Β. Περίπου το φθινόπωρο του 1990 είχαμε πάει εκδρομή με λε­ωφορείο από τη Λεπτοκαρυά στη Βουλγαρία για τρεις μέρες. Την πρώτη βραδιά κοιμηθήκαμε στο ξενοδοχείο «Ευρώπη» και μια δραχμή Ελληνική αντιστοιχούσε με 9 Βουλγαρικά λέβα. Βγήκαμε έξω να ψωνίσουμε και επειδή ήταν πολύ φθηνά αγοράσαμε πολλά πράγματα, αλλά ένα ζευγάρι ηλικιωμένων από το διπλανό δωμάτιο ψώνισε περισσότερα πράγματα και την άλλη μέρα θα φεύγαμε για τη Φιλιππούπολη, την παλιά ελληνική πόλη. Ο γέρος με τη γριά προσπαθούσαν να βολέψουν τα πράγματα τους στη βαλίτσα, αλλά αυτή δε χωρούσε και δεν έκλεινε.

Για μια στιγμή ακούω τον παππού να λέει στη γριά: «Κατέβα εσύ να ανέβω εγώ», εννοούσε πάνω στη βαλίτσα. Μετά λέει η γριά στον παππού «κατέβα εσύ να ανέβω εγώ γιατί εσύ δεν μπορείς». Συνάμα η πόρτα του δωματίου ήταν λίγο ανοιχτή και ακουγόταν καθαρά τι έλεγαν, αλλά εμείς δεν βλέπαμε τι γινόταν μέσα.

011 G germanos

Αύγουστος 61 με τον γερμανό στην “Τρανή”

Αυτό επαναλαμβανόταν για αρκετή ώρα. Τότε λέω στη γυναίκα μου: «Εμείς βρε γυναίκα, είμαστε πολύ πιο νέοι και ούτε ένα βράδυ δεν κάναμε τίποτα. Για να δω, τι συμβαίνει εκεί μέσα;…».

Αφού κοίταξα κιλά, βλέπω ότι δεν μπορούσαν να κλείσουν τη βαλίτσα οι παππούδες και έβαλα τα γέλια. Με ρωτούσε η γυναίκα μου τι είδα και όταν της εξήγησα, το έβαλε κι αυτή στα γέλια. Αυτό το περιστατικό στη Βουλγαρία μου έμεινε αξέχαστο».

Αγαπητέ Δημήτρη, σε ευχαριστούμε πολύ για όσα μας έγρα­ψες. Πραγματικά είναι μεγάλη και σπουδαία η ιστορία σου. 

Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για σας που ξενιτευτήκατε και περάσατε τόσα πολλά. Με τα όσα εξιστορείς εδώ, γνωρίζουμε το παρελθόν αλλά κυρίως τη ζωή των ξενιτεμένων μας, που δεν ή­ταν απλή, αλλά πολύ ταραχώδης και γεμάτη περιπέτειες.

Σου ευχόμαστε να είσαι πάντα καλά με την οικογένεια σου, να ανταμώνουμε και να τα λέμε.

Εμείς θα περιμένουμε και άλλοι χωριανοί να μας γράψουν και να μας διηγηθούν τη δική τους ιστορία και περιπέτεια. Δεν είναι ντροπή να λες όσα πέρασες στη ζωή, καλά και άσχημα αλλά πρέπει να είστε υπερήφανοι όλοι οι ξενιτεμένοι γιατί τολμήσατε να φύγετε σε μια εποχή, που ούτε γράμματα ξέρατε ούτε είχατε πάει κανείς σας πιο πέρα από το χωριό μας.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ